Αρχαιολογικά Μουσεία
Θησαυροί του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου
Μπορείτε να ρυθμίσετε την ταχύτητα πατώντας το ⚙.
Προστέθηκαν υπότιτλοι με λεξιλόγιο σε βίντεο του Υπουργείου Πολιτισμού
γοητευτικός (γοητεύω)
σύμβαση (παράδοση)
προβολή (προβάλλω)
περιορισμένος (περιορίζω)
όριο/-α (πλαίσιο)
συλλογή (συλλέγω)
συγκλονιστικός (συγκλονίζω)
έκθεμα (εκθέτω, έκθεση)
θαυμαστός (αξιοθαύμαστος)
περιήγηση (περιοδεία)
πρώιμος (ύστερος)
νεολιθικός (λίθος)
οικισμός (χωριό)
αναλαμπή (λάμπω, λάμψη)
μόνιμος (προσωρινός)
εγκατάσταση (εγκαθίσταμαι)
αγροτικός (γεωργία, γεωργικός)
καθιερώνομαι (καθιέρωση)
ειδώλιο (αγαλματίδιο)
περίχωρα
λίθινος (λίθος, πέτρα)
τελετουργικός (τελετουργία)
απόθεση (αποθέτω, απόθεμα)
τελετουργία (ιεροτελεστία)
διαδραματίζω (ρόλο)
ιέρεια(ιερέας)
κάλυμμα (καλύπτω, σκέπασμα)
κεφαλή (κεφάλι)
ζικ-ζακ
ομόκεντρος
ρόμβος
χαράζω/χαράσσω (χάραγμα)
ώμος
οριζόντιος (κάθετος)
λιτός (λιτότητα, αυστηρός)
απόδοση (αποδίδω)
φανερώνω (αποκαλύπτω)
εικαστικός
αντίληψη (αντιλαμβάνομαι)
δεξιοτέχνης (βιρτουόζος)
καλλιτέχνης (καλλιτεχνικός)
λείος (ομαλός, λειαίνω)
ασβεστόλιθος (ασβέστης)
διαβάθμιση (διαβαθμίζομαι)
όγκος
στερεοτυπικός (στερεότυπο)
καμπύλη (καμπύλος, κούρμπα)
συμβολίζω (συμβολισμός)
γονιμότητα (γόνιμος)
ευμάρεια (ευημερία)
επάρκεια (επαρκής)
χιλιετία (χιλιετηρίδα)
Κυκλάδες (κυκλαδικός, -ίτικος)
αυλητής (αυλός)
αρπιστής (άρπα)
σκορπίζω/σκορπάω (σκόρπιος)
μελωδικός (μελωδία)
συνάθροιση (συναθροίζομαι)
μαρμάρινος (μάρμαρο)
Κέρος
αυλός
ανασηκώνω (σηκώνω, ανυψώνω)
διευκολύνω (διευκόλυνση)
αναπνοή (αναπνέω, ανασαίνω)
εξειδικευμένος (ειδικός)
φυσική κατάσταση
καλαμένιος (καλάμι)
κλαρινέτο
μπένας
Σαρδηνία
απεικονίζω (παριστώ, παριστάνω)
συνδαιτυμόνες
τυπολογικός (τυπολογία)
Σπεδός
Νάξος
μαρμαρογλυπτική(γλυπτική)
ακρίβεια (ακριβής)
σχεδιασμός (σχεδιάζω, σχέδιο)
μορφοποίηση (διαμόρφωση)
αξιοθαύμαστος (θαυμαστός)
αφαιρετικός (αφηρημένος)
φόρμα (μορφή)
μηρός (μπούτι)
στηρίζω (ακουμπάω, υποστηρίζω)
αποκρούω (απόκρουση)
στραμμένος (στρέφω)
έγχορδο όργανο
χρονολογείται
πρωτοκυκλαδικός (πρώιμος)
τεχνογνωσία
ανασκαφικός (ανασκαφή)
Μυκήνες
συμποσικός (συμπόσιο)
κύπελλο
συντροφεύω (συντροφιά)
ιδιοκτήτης (ιδιοκτησία)
ξεδιπλώνω (ξετυλίγω)
σύμπτωση (συμπίπτω)
κατασκευάζω (κατασκευή)
φύλλο χρυσού
Ταφικός Κύκλος Α
έφηβος (εφηβικός, εφηβεία)
στολίζω (διακοσμώ)
κόσμημα
αμύθητος (ανυπολογίστος)
περίτεχνος
αγγείο
αργυρός (άργυρος, ασήμι)
κρατήρας (μπολ)
ρυτό
οινοχόη (κανάτα)
Κύπελλο του Νέστορα
περίτεχνος
περιστέρι
γεράκι
διακοσμώ (στολίζω)
λαβή (χερούλι)
ανακαλώ (θυμίζω)
Πύλος
Τροία(τρωικός)
ραψωδία
Ιλιάδα
στερνά την ώρια κούπα,
ο γέροντας που ‘χε
απ’ την Πύλο φέρει,
την πλουμισμένη με χρυσόκαρφα, και τέσσερα τη ζώναν
αφτιά· σε κάθε αφτί δεξόζερβα χρυσά βοσκολογούσαν
δυο περιστέρια, κι από κάτω της διπλοί βρισκόνταν πάτοι.
διασταυρώνομαι (διασταύρωση)
ευ ζην
ύψιστος (ανώτερος)
αγαθό
προϋποθέτω (απαιτώ)
σωματικός (σώμα, φυσικός)
πνευματικός (πνεύμα)
επιτύμβιος (τύμβος, τάφος)
στήλη
εντοιχισμένος (τοίχος)
Θεμιστόκλειο Τείχος
εικονίζω (απεικονίζω)
κατατομή (κατακόρυφη τομή)
ακόντιο
λεπτομερής (λεπτομέρεια)
ανατομία (ανατομικός)
καλογυμνασμένος (γυμνάζομαι)
επιμελημένος (επιμελούμαι)
κόμμωση
βόστρυχος (μπούκλα)
ζωντανεύω (ζωντανός, ζωντάνεια)
χρήση (χάρη στη χρήση) (χρώματος)
ερυθρός (κόκκινος)
κόμη (μαλλιά)
βάθος (φόντο)
μειδίαμα (χαμόγελο, μειδιώ)
ιδεώδες (ιδανικό)
κάλλος (ομορφιά)
ομηρικός (Όμηρος)
Οδύσσεια (Οδυσσέας)
ανδρειωμένος (ανδρεία, γενναίος)
πολεμιστής (πολεμώ)
εντάσσομαι (ένταξη, ανήκω)
διεκδικώ (διεκδίκηση, απαιτώ)
δικαιοσύνη (δίκαιο, δίκαιος)
Ευριπίδης
Ο τι καλόν φίλον αιεί
παντοτινά (αιώνια)
θραύσμα
ανάγλυφο
προέρχομαι (προέλευση)
Μήλος
ανάθημα (αφιέρωμα)
ιερό (ναός)
Αφροδίτη
εκπέμπω (εκπομπή)
ισορροπημένος (ισορροπώ)
μπούκλα (βόστρυχος)
αναβιώνω (ξαναγεννιέμαι)
κρόταφος
χάλκινος (χαλκός)
στερεώνομαι
οπή (τρύπα)
ακτινοβολώ (εκπέμπω)
ύφος (έκφραση)
προμηνύω (προαναγγέλλω)
κορύφωση (κορυφώνομαι)
Γλυπτά του Παρθενώνα
Γκαίτε
άπειρο (άπειρος, πέρας)
γίνομαι κατανοητός (κατανοούμαι, νοούμαι)
ορίζω (όρος, ορισμός)
ουσία (ουσιώδης, ουσιαστικός)
μεγαλείο (μεγαλειώδης)
Αθηναϊκή Δημοκρατία
Περικλής
χρυσελεφάντινος (ελεφαντόδοντο)
Φειδίας
στήνω (τοποθετώ, στέκομαι)
αγαλμάτιο (άγαλμα, αγαλματίδιο)
Βαρβάκειο (Λύκειο)
σώζομαι (διασώζομαι)
αντίγραφο (κόπια, αντιγράφω)
πρωτότυπο
φορώ/-εί / φοράω
αττικός (Αττική)
πέπλο
ζώνω (περικυκλώνω, δένω)
φίδι (όφις)
φέρω (έχω, κρατάω, φοράω)
αιγίδα (υπό την αιγίδα)
γοργόνειο (Μέδουσα)
κράνος
λοφίο (πουλί)
απολήγω (απόληξη, καταλήγω)
Σφίγγα / Σφιγξ
Πήγασος
κίων / κίονας
Φτερωτή Νίκη
ασπίδα
κουλουριάζω (κουλούρι)
οικουρός όφις (φίδι)
Εριχθόνιος
Πλίνιος
Πανδώρα
Σελήνη(φεγγάρι)
προσηλωμένος (καρφωμένος)
παχύς (χοντρός)
πέλμα
Μάχη Λαπιθών και Κενταύρων
διάμετρος (διαμετρικός)
αμαζονομαχία
γιγαντομαχία
στοιχίζω (κοστίζω)
υπέρογκος (υπέρμετρος)
σκελετός
προσαρμόζω (προσαρμογή)
σφυρηλατώ (κοπανάω, σφυρί)
έλασμα(φύλλο)
ελεφαντόδοντο
χρυσός (χρυσάφι)
αφαιρώ(βγάζω, αφαίρεση)
τάλαντο
ισοδυναμώ (αντιστοιχώ)
άργυρος (ασήμι)
Ναός της Αλέας Αθηνάς
Τεγέα
Αρκαδία
ύστερος (πρώιμος)
υποτίθεται (εικάζεται, υπόθεση)
Αταλάντη
διάκοσμος (διακοσμώ)
αέτωμα
παριστάνω (παριστώ, απεικονίζω)
θήρα(κυνήγι)
Καλυδώνιος Κάπρος (αγριογούρουνο)
περιηγητής (περιήγηση)
Παυσανίας
Πάριος (Πάρος)
Σκόπας
Ασκληπιός
θυγατέρα (κόρη)
Υγεία
καθιερώνω (εδραιώνω)
συνείδηση (συνειδητός)
απόδοση (αποδίδω)
τεκμηριώνω (τεκμήριο)
ελκυστικός (έλκω/ελκύω)
αποτυπώνομαι (αντανακλώμαι)
χάρη / χάρις
αρμόζω (ταιριάζω, κατάλληλος)
Δήλος
σύμπλεγμα (ενιαίο σύνολο)
αναπαριστώ (αναπαράσταση)
χαριτωμένος (γλυκός)
παραδίδω (παράδοση)
όρθιος (καθιστός, ξαπλωτός)
ολόγυμνος (γυμνός, γύμνια)
λουτρό (μπάνιο)
μαντήλι
συγκρατώ (κρατάω μαζεμένο)
αιφνιδιάζω (ξαφνιάζω, αιφνίδιος)
Πάνας
τραγοπόδαρος (τράγος)
κερασφόρος (κέρας/κέρατο)
βοσκός (βοσκώ/βόσκω)
κοπάδι (αγέλη)
επιτίθεμαι (επίθεση)
φανερός (εμφανής, προφανής)
προστατεύομαι (προστασία)
πανέμορφος (όμορφος)
υψώνω (σηκώνω, ανυψώνω)
σανδάλι
σύμμαχος (συμμαχία)
χαμογελαστός (χαμογελάω)
Έρως / Έρωτας
απωθώ (αποκρούω)
Θεογονία
Ησίοδος
αθάνατος (αθανασία, θνητός)
πλατύστερνη Γη (πλατύ στέρνο)
Χάος (χαώδης, χαοτικός)
πλατωνικός (Πλάτων)
Διοτίμα
