Αρχαίοι χώροι
Η Επίδαυρος
Μπορείτε να ρυθμίσετε την ταχύτητα πατώντας το ⚙.
Προστέθηκαν υπότιτλοι με λεξιλόγιο σε βίντεο της COSMOTE
παγκοσμίως γνωστός
ψυχαγωγία (ψυχαγωγώ)
ασθενής (άρρωστος)
Πολύκλειτος
διάσημος (γνωστός, φημισμένος)
γλύπτης (γλυπτική, γλυπτό)
αρχιτέκτονας (αρχιτεκτονική)
μυστηριώδης (μυστήριο)
οικοδόμημα (κτίσμα)
(η) Θόλος ((ο) θόλος)
ύψιστος (υψηλότατος)
ανασκαφή (ανασκάπτω, σκάβω)
διενεργώ (πραγματοποιώ)
προς το παρόν
χθόνιος (γη, γήινος, υποχθόνιος)
λατρεία (λατρεύω)
κάτω κόσμος
υπόγειος (υπέργειος)
λαβύρινθος (δαίδαλος)
θαυμάζω (θαυμασμός)
σώζεται (διασώζεται)
λιτός (αυστηρός)
επιβλητικός
ακουστική (ακούω, ακουστικός)
τεστάκι (τεστ, δοκιμή)
ορδές
κουστουμάτος (κουστούμι)
τουαλέτα (φόρεμα)
παράσταση
αρχαιότητα
ξεσκάω (εκτονώνομαι)
Ασκληπιείο(ν)
Ασκληπιός
θεραπευτής (θεραπεύω)
ιατρική (ιατρός, ιατρικός)
ιερό (ναός)
γερή δόση
δεισιδαιμονία (πρόληψη)
βότανα (βοτανικός)
φυσιολογία (φυσιολογικός)
βεντούζα
νυστέρι
προσκυνητής (προσκυνώ)
διαμένω (διαμονή)
σκηνή
παράπηγμα (παράγκα)
ευρύτερη περιοχή
πολυτελής (πολυτέλεια)
ξενώνας
πεντάστερος (5 αστέρων)
«ξενοδοχειάρα»
Καταγώγιο(ν)
άνεση(άνετος)
θεραπεία (θεραπεύω)
ανάρρωση (αναρρώνω)
Άβατο(ν)
Εγκοιμητήριο(ν)
θαύμα (θαυμάσιος)
αγωγή (θεραπεία)
ιερέας
ερμηνεύω (ερμηνεία)
προτεινόμενος (προτείνω)
μαρτυρίες (μαρτυρώ)
βιώνω(ζω)
Ιερείς του Ασκληπιού
εκπληκτικός (καταπληκτικός)
διαφημιστικός (διαφήμιση)
καμπάνια (εκστρατεία)
στήλη (στύλος)
μπαίνω στο κλίμα
με τη μία
εμπνέομαι (έμπνευση)
τολμώ (τόλμη)
αμφισβητώ (αμφισβήτηση)
πείθω
δύσπιστος (δυσπιστία)
Θάσος
τυφλός (τύφλω, τυφλώνω)
βρίσκω το φως μου
Σου λέει …
τυφλώνω (τυφλός)
επιγραφή
(μου) αναλογεί (χρωστάω)
άπιστος (απιστία)
ηθικοπλαστικός
Αμβροσία
λέει (όπως λένε)
πείθομαι
γιατρεύω (θεραπεύω)
προστάζω (προσταγή)
ασημένιος (ασήμι, άργυρος)
best of
προλαβαίνω (προλαμβάνω)
τυχόν (αν υπάρχει/υπήρχε)
αμφισβητίας (αμφισβητώ)
λογοτεχνία
επιθετικός (αμυντικός)
μάρκετινγκ
δημοφιλής (λαοφιλής)
πολύτιμος (μεγάλης αξίας)
αγαθό
κλείνει ο κύκλος
μυστηριακός (μυστηριώδης)
Μαντείο των Δελφών
σωτηρία
πλέκω/-ομαι
νήμα (κλωστή)
ανακαλύπτω (ανακάλυψη)
