Αρχαίες επιστήμες
Ο Δημόκριτος
Προστέθηκαν υπότιτλοι με λεξιλόγιο σε βίντεο του Χρήστου Κυριακίδη
φιλομαθής (φιλομάθεια)
γελαστός (γελάω, χαμογελάω)
ατομικός (άτομο)
ύλη (υλικός)
εισηγητής (εισηγούμαι, εισήγηση)
ντετερμινισμός
στοχαστής (στοχάζω, στοχασμός)
Χρήστος Κυριακίδης
Άβδηρα
Θράκη
αριστοκρατικός (αριστοκράτης)
καταγωγή (κατάγομαι)
διατηρώ (διατήρηση, κρατάω)
πεποίθηση (πιστεύω)
άρτιος (τέλειος)
περιουσία (περιουσιακά στοιχεία)
Αίγυπτος (Αιγύπτιος)
Περσία (Πέρσης)
Βαβυλώνα (Βαβυλώνιος)
ενδοχομένως (ίσως)
Αιθιοπία (Αιθίοπας)
Ινδία (Ινδός)
περιπλάνηση (περιπλανιέμαι)
μαθητεύω (μαθητεία)
λόγιος
ιερέας (ιερός, παπάς)
πνευματικός (πνεύμα)
Ιωνία (Ίωνας)
Θαλής
Αναξίμανδρος
Ηράκλειτος
Λεύκιππος
Παρμενίδης
Εμπεδοκλής
Πυθαγόρας
αποστροφή (απέχθεια)
δόξα (ένδοξος)
γίνομαι αποδεκτός (αποδέχομαι)
εστιάζω (επικεντρώνομαι, εστία)
συγγραφή (συγγραφέας, γράφω)
πολυμαθής (πολυμάθεια)
εισαγωγή (εισάγω)
άτομο (ατομικός)
κενό
γίνομαι αισθητός (αισθάνομαι)
ορατός(αόρατος, βλέπω)
με γυμνό μάτι
απαρτίζομαι (συντίθεμαι)
ετυμολογία
στερητικό «α-»
τέμνω (τομή, κόβω)
άπειρος (απέραντος, πέρας)
σύνθεση (συντίθεμαι)
υπαρκτός (ανύπαρκτος, υπάρχω)
ον (ων/ούσα/ον)
αντιλαμβάνομαι (αντίληψη)
αλληλεπιδρώ (αλληλεπίδραση)
συνδυάζω (συνδυασμός)
ιδιότητα (χαρακτηριστικό)
κάνω λόγο
γέννηση (γεννιέμαι, δημιουργία)
συγκρούομαι (σύγκρουση)
αποδομώ (αποδόμηση)
αδιαίρετος (διαιρώ, διαίρεση)
περιστροφικός (περιστροφή)
ελκτικός (έλκω/ελκύω)
δίνη (στρόβιλος)
προσκολλώμαι (προσκόλληση)
ουράνιο σώμα
υποστηρικτής (υποστηρίζω)
Εν βυθώ γαρ η αλήθεια
αποκομίζω (αποκτώ)
νόηση (νοώ, νους)
απόκτηση (αποκτώ)
αίσθηση (αισθητικός, -ήριος)
γνωμικό (απόφθεγμα)
Γνώμης δύο εισίν ιδέαι,
η μεν γνησίη, η δε σκοτίη
επίκαιρος (καίριος, επικαιρότητα)
(γίνομαι) μάρτυρας
αγνοώ(αμελώ)
εγκυρότητα (έγκυρος, κύρος)
ανακριβής (ακριβής, ανακρίβεια)
Πάντων κάκιστον η ευπετείη παιδεύσαι την νεότητα. Αύτη γαρ εστιν ή τίκτει τας ηδονάς ταύτας, εξ ών η κακότης γίγνεται.
ηδονή (ηδονίζομαι)
κακία (κακός)
It’s just physics
αντισυμβατικός (σύμβαση)
σκοταδισμός (σκοτάδι, σκότος)
Γαλιλαίος Γαλιλέι
