Περίοδοι της Αρχαιότητας
Η Ρωμαϊκή Περίοδος
Μπορείτε να ρυθμίσετε την ταχύτητα πατώντας το ⚙.
Προστέθηκαν υπότιτλοι με λεξιλόγιο σε βίντεο του Μουσείου Μπενάκη
ρωμαϊκός (Ρώμη)
αποικία (άποικος)
Μεγάλη Ελλάδα
Σικελία
Ρωμαίοι (Ρώμη)
επίδραση (επιρροή)
κατακτώ (κατάκτηση)
σταδιακά (βαθμιαία, βαθμηδόν)
ελληνιστικός
υποταγή (υποτάσσομαι)
Κόρινθος
επέρχεται (έρχεται, φθάνει)
προσάρτηση (προσαρτώ)
ναυμαχία στο Άκτιο
ενσωμάτωση (ενσωματώνομαι)
αχανής (πελώριος, απέραντος)
Ρήνος
Δούναβης
Καύκασος
Ερυθρά Θάλασσα
Ευφράτης (Τίγρης)
εδραιώνομαι (εγκαθίσταμαι)
ελληνορωμαϊκός
ριζώνω (ρίζα)
κληρονομιά (κληρονομώ)
αμάλγαμα
πνευματικός (πνεύμα)
επιβιώνω (επιζώ, επιβίωση)
θαυμαστός (αξιοθαύμαστος)
ακτινοβολία (εμβέλεια)
ιερό (ναός, ιερός)
οφείλεται (χάρη σε)
ευρείας κλίμακας
οικοδομικός (οικοδομή)
υλοποιώ (πραγματοποιώ)
αυτοκράτορας (αυτοκρατορία)
Αύγουστος
Τιβέριος
Τραϊανός
Αδριανός
Pax Romana
επιβάλλω (επιβολή)
προστατευτικός (προστατεύω)
κέλυφος (καβούκι, κοχύλι)
άνθηση (ανθώ)
αδιάφορος (ενδιαφέρων)
ηπειρωτική Ελλάδα (νησιωτική)
περιθώριο (περιθωριακός)
κέντρο βάρους
μετατίθεμαι (μεταφέρομαι)
συρρέω(συρροή)
διαδίδω (διάδοση)
καθιστώ (κάνω)
διάσημο (σήμα)
διανόηση (διανοούμενος)
λεηλατώ (λεηλασία)
χάλκινος (χαλκός)
παραγνωρίζω (αγνοώ)
αυθεντικός (γνήσιος)
τελειοποίηση (τέλειος)
πορτρέτο (προσωπογραφία)
ανάγλυφο
εξέλιξη (εξελίσσομαι)
ψηφιδωτό (ψηφίδα)
υαλουργία (ύαλος, γιαλί)
χρυσοχοΐα (χρυσοχόος)
γνωριμία (γνωρίζω)
αντιγραφικός (αντιγραφή)
ακατάπαυστος (αδιάκοπος)
χειμαρρώδης (χείμαρρος)
ορμή (ορμώ, δύναμη)
παράγω (παρήγε, παρήγαγε)
πιστός (ολόιδιος)
μαρμάρινος (μάρμαρο)
αντίγραφο (κόπια)
πρότυπο (μοντέλο, υπόδειγμα)
ακμή (ακμάζω)
παρατεταμένος (παρατείνομαι)
σύγκρουση (συγκρούομαι)
στρώμα
εχθρικός (εχθρός)
επιδρομή
θέτω/βάζω/μπαίνω σε κίνδυνο
εδαφική ακεραιότητα
διαίρεση (χωρισμός)
επικράτεια
Τετραρχία
Κωνσταντινούπολη
Κωνσταντίνος
σηματοδοτώ (σημαίνω)
Θεοδόσιος Β΄
απαγορεύω (απαγόρευση)
παγανιστικός
λατρεία (λατρεύω, λάτρης)
Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
καθοριστικός (αποφασιστικός)
μετέπειτα (μεταγενέστερος)
Βάνδαλοι (βανδαλισμός)
καταρρέω (κατάρρευση)
επί (μονάρχη/ηγέτη)
Ιουστινιανός
μέγιστο(ς) (ελάχιστο(ς))
εξάπλωση (επέκταση)
σφραγίζω (σφραγίδα)
οριστικός (τελειωτικός)
