Αρχαίες επιστήμες
Η αρχαία ελληνική τεχνολογία
Προστέθηκαν υπότιτλοι με λεξιλόγιο σε βίντεο του Κέντρου Επιστημών ΝΟΗΣΙΣ
αδιαχώριστος (αναπόσπαστος)
ύπαρξη (υπάρχω, υπόσταση)
ανίσχυρος (ισρυρός, αδύναμος)
επαναπροσδιορίζω (προσδιορίζω)
αναζητώ (αναζήτηση, ψάχνω)
επίλυση (επιλύω, λύνω)
συστηματικός (σύστημα)
διανοητικός (διάνοια, νοητικός)
προσέγγιση (προσεγγίζω)
(βασική) αρχή
λογική (λογικός, λόγος)
ίσος(ίσον, ισότητα)
δόξα (ένδοξος)
Θαλής ο Μιλήσιος
εξετάζω (εξέταση, μελετώ)
ζυγίζω (ζυγός/ζυγαριά)
Αρχιμήδης
επεξεργάζομαι (επεξεργασία)
ισορροπία (ισορροπώ)
ανακεφαλαιώνω (συνοψίζω)
συστηματοποιώ (συστηματικός)
βελτίωση (καλλιτέρευση)
ζύγιση (ζυγίζω)
ακρίβεια (ακριβής)
πιστότητα (πιστός)
θεμελιώνω (θεμέλιο, εδραιώνω)
αδιάκοπος (διακόπτω, συνεχής)
ρωμαλέος (γερός, δυνατός)
αξιοθαύμαστος (θαυμαστός)
αναδεικνύω (ανάδειξη)
εμπνέομαι (κάτι) (έμπνευση)
τεχνολόγος (τεχνολογία)
Ήφαιστος
δεξιότητα (ικανότητα)
πρώτες ύλες
λίθος (πέτρα)
πηλός (άργιλος)
επινοώ (επινόηση)
καμίνι (κλίβανος, φούρνος)
ξυλότορνος (τόρνος)
τροχός (κεραμικής)
αγγειοπλαστική (κεφαμική)
παραγωγικός (παράγω)
υπεροχή (ανωτερότητα)
επιδίδομαι (αφοσιώνομαι)
ζήλος
μεταλλευτική
μεταλλουργία
εξόρυξη (εξορύσσω, ορυκτός)
ψυχαγωγείο
εξαερισμός (εξαερίζομαι)
δίδυμος (δίδυμο)
φρέαρ / φρεάτιο
ανύψωση (ανυψώνω)
μετάλλευμα
έκπλυση (πλύση, πλένω)
αργυρός (ασήμι)
κοίτασμα
Λαύριο(ν)
σιδηροφόρος (σίδηρος/σίδερο)
αποκαλώ (ονομάζω)
κράμα
χαλκός (χάλκινος)
σίδηρος / σίδερο (σιδηρουργία)
πρόοδος (προοδεύω, προχωρώ)
μηχανολογία (μηχανολόγος)
ανθεκτικός (αντέχω, αντοχή)
γρανάζι (οδοντωτός τροχός)
μειωτήρας (μειώνω)
ελατήριο (σούστα)
χιτώνιο
έμβολο (πιστόνι)
ανυψωτικός (ανυψώνω)
εμβολοφόρος (έμβολο)
αντλία (τρόμπα, αντλώ)
διόροφος/τριόροφος (όροφος)
κλιμακοστάσιο
τοιχογραφία
εγκαταστάσεις υγιεινής (αποχέτευση)
αντίστοιχος (ανάλογος)
μετρητικός (μετρώ)
ωθώ (σπρώχνω, ώθηση)
αποξήρανση (αποξηραίνω)
λιμήν/λιμένας / λιμάνι
υδροδότηση (ύδωρ, νερό)
Σάμος
υπόγειος (υπέργειος)
όρυγμα (ορύσσω)
μήκος
μέτωπο
υλοποίηση (υλοποιώ)
έργο(υποδομής)
ανεκτίμητος (ανυπολόγιστος)
διόπτρα
οδόμετρο
τρέχων (τρέχω, τωρινός)
αστρολάβος
αστρονομία (αστρονόμος)
υδραυλικό ρολόι
Αριστοτέλης
ζυγός / ζυγαριά (ζυγίζω)
ναυπηγώ (ναυπηγείο)
τριήρης
ορκάδα
ολκάς/-δα
επιβάλλομαι (επικρατώ)
κοχλίας (βίδα)
άντληση (αντλώ, τρομπάρω)
αμπάρι
άρδευση (αρδεύω, ποτίζω)
χωράφι(αγρός, κάμπος)
ιατρική(ιατρικός, ιατρός)
νυστέρι
κολποσκόπιο (κόλπος)
εξασφαλίζω (διασφαλίζω)
εκκίνηση (εκκινώ, ξεκινώ)
αθλητής δρόμου (δρομέας)
αυλός
λύρα
ύδραυλις
πρόγονος (απόγονος)
μεταγενέστερος (προγενέστερος)
εκκλησιαστικό όργανο
ανταλλάσσω (ανταλλαγή)
ευφυής (ευφυΐα, ιδιοφυής)
αιολόσφαιρα
Ήρων(ας)
ατμοστρόβιλος (στρόβιλος)
κινητήρια δύναμη
εμφάνιση (εμφανίζομαι)
αποδοτικός (αποδίδω, απόδοση)
(Τζέιμς) Βατ
αυτόματο(ν) (αυτόματος)
εκτελώ (εκτέλεση)
προγραμματίζω (προγραμματισμός)
παραπέμπω (θυμίζω)
έννοια
(κινητήρια) μηχανή
(κινητήρας, μοτέρ)
αυτοματισμός (αυτόματος)
αναλογίζομαι (σκέπτομαι)
μηχανισμός των Αντικυθήρων
κορυφαίος (κορυφή, ανώτατος)
δείγμα (παράδειγμα, υπόδειγμα)
ναυάγιο (ναυαγώ, ναυαγός)
μετατρέπω (μεταβάλλω)
δυσπιστία (δύσπιστος, πίστη)
θαυμασμός (θαυμάζω)
συρμός (σύρω, σειρά, τρένο)
σελήνη (φεγγάρι)
υπολογιστής (κομπιούτερ)
πολυπλοκότητα (πολύπλοκος)
μηχανισμός (μηχανή, μηχάνημα)
επίδοση (επιτυχία)
επινόηση (επινοώ, επινοητικός)
εγρήγορση (επαγρύπνηση)
αποδοχή (αποδέχομαι, υιοθετώ)
προσαρμογή (προσαρμόζω)
εισαγόμενος (εισάγω, εισαγωγή)
μεσοποτάμιος (Μεσοποταμία)
δόξα (ένδοξος)
Όρκος του Ιπποκράτη
ορκίζομαι (όρκος, ορκωτός)
γεωμετρία (γεωμετρικός)
Ευκλείδης (ευκλείδειος)
ανελλιπώς (αδιάκοπα)
κληροδοτώ (κληρονομώ)
Κέντρο Διάδοσης Επιστημών
και Μουσείο Τεχνολογίας
προέρχομαι (προέλευση)
Κρυπτοστοά (κρυπτός, στοά)
Αρχαία Αγορά
περιοδική (μόνιμη) έκθεση
θεσμός (θεσμικός)
Πολιτιστική Πρωτεύουσα
της Ευρώπης
Εταιρεία Μελέτης της Αρχαίας Ελληνικής Τεχνολογίας
προσήλωση (ήλος, καρφί)
διοίκηση (διοικώ, διαχειρίζομαι)
ίδρυμα (ιδρύω, ίδρυση)
ανάδειξη (αναδεικνύω)
συμπαράσταση (αλληλεγγύη)
πολιτεία(κράτος, κυβέρνηση)
χρηματοδοτώ (χρηματοδότηση)
Πρόγραμμα Ανταγωνιστικότητας
Υπουργείο Ανάπτυξης
προβάλλω (προβολή)
ομοίωμα (όμοιος)
κατασκευάζω (κατασκευή)
πεποίθηση (πίστη, πιστεύω)
κατανόηση (κατανοώ)
γερός (δυνατός)
θεμέλιο (βάση, θεμελιώδης)
οικοδόμηση (οικοδομώ, χτίζω)
