Αρχαίοι χώροι
Οι Δελφοί
Μπορείτε να ρυθμίσετε την ταχύτητα πατώντας το ⚙.
Προστέθηκαν υπότιτλοι με λεξιλόγιο σε βίντεο της COSMOTE
Απόλλων(ας)
ιερό (ναός, ιερός)
θρύλος (θρυλικός)
Λητώ
παίρνω στο κυνήγι
δράκος / δράκοντας
ονόματι
Πύθων(ας)
βρέφος (βρεφικός)
τοξάκι (τόξο, βέλος)
Ομφαλός της Γης (αφαλός)
αετός
συναντιέμαι
για του λόγου το αληθές
ελλαδικός χώρος
περιλαμβάνω (συμπεριλαμβάνω)
Κάτω Ιταλία
Μικρά Ασία
Μεσόγειος (μεσογειακός)
μαντείο (μαντεύω, μάντης)
χρησμός
εξαγνίζομαι (αγνός)
Κασταλία
θυσιάζω (θυσία)
κατσίκα (κατσίκι, αίγα)
ανακαλύπτω (ανακάλυψη)
βοσκός(βόσκω/βοσκώ)
Κουρήτας
χάσμα
αναθυμιάσεις
παθαίνω ζαβλαμά (ζαβλακωμένος)
μπερδεύομαι (συγχέομαι)
καταλήγω
τρίποδας
Πυθία
κέρμα (νόμισμα)
σχισμή
δάφνη
αναπνέω (ανασαίνω, εισπνέω)
έκσταση (εκστασιάζομαι)
κραυγή (κράζω, κραυγή)
άναρθρος (ασυνάρτητος)
ιερέας
έμμετρο (μέτρο)
μ’ αυτά και με κείνα
απορία (απορώ)
think tank
επομένως (συνεπώς)
μαντεία (μαντεύω, μάντης)
ζήτηση (προσφορά)
engagement
Μεγαλέξανδρος
(Μέγας Αλέξανδρος)
sorry κιόλας
εκστρατεία
(βάζω) με το ζόρι
αναγκάζω (υποχρεώνω)
ας έδινε κι άλλο
μιας και
Μακεδονία
μνημείο (μνημειώδης)
βασιλιάς Περσέας
Ρωμαίος (Ρώμη)
Αιμίλιος Παύλος
ηττημένος (ηττώ, ήττα, νικώ)
ανδριάντας (άγαλμα)
λατρεία (λατρεύω, λάτρης)
πέτρινος(πέτρα)
κλαδί / κλαρί (κλάδος)
κερί μελισσών
χαλκός (χάλκινος)
τίγκα (γεμάτος)
ανασκαφή (ανασκάπτω)
Αντίνοος
(ερωτεύομαι) σφοδρά/σφόδρα
Αδριανός
security blanket
Νείλος
πνίγομαι (πνιγμός)
αυτοκτονώ (αυτοκτονία)
απαρηγόρητος (παρογορώ, -ιά)
διατάσσω (διαταγή)
εγείρομαι
Ιερά Οδός
πανέμορφος (όμορφος)
ερείπια (ερειπωμένος)
θησαυρός
αφιέρωμα (αφιερώνω)
καλοδιατηρημένος (διατηρώ)
Ναός των Αθηναίων
επιγραφή
τιμητικός (τιμώ, τιμή)
Αθηνών (Αθήνα)
νότα
5G
αυθεντικός (γνήσιος)
θα μου πείτε …
travel blogger
Παυσανίας
ύστερη αρχαιότητα
τουριστικός οδηγός
επί της ουσίας (στην ουσία)
σώζομαι (διασώζομαι)
Προναία Αθηνά
«προ του ναού» (πριν, μπροστά)
οικοδόμημα (κτίσμα)
(η) Θόλος (ο θόλος)
αγνοώ (παραγνωρίζω)
παντελώς (εντελώς)
hashtag
Βιτρούβιος
Θόδωρος
Φωκίδα
Φώκαια
αντίστοιχα (εξίσου, παρόμοια)
Ασκληπιός
Επίδαυρος
τυλιγμένος (τυλίγω, περιτυλίγω)
