Αρχαίοι χώροι
Ο Παρθενώνας
Μπορείτε να ρυθμίσετε την ταχύτητα πατώντας το ⚙.
Προστέθηκαν υπότιτλοι με λεξιλόγιο σε βίντεο της COSMOTE
Παρθενών(ας)
νικώ (νίκη, κατανικώ, ηττώ)
διάσημος (γνωστός, φημισμένος)
ανθρώπινος (άνθρωπος)
μνημείο
ναός (ιερό)
αρχαιολογικός (αρχαιολογία)
πρωτοποριακός (πρωτοπόρος)
εφαρμογή (app)
παλάμη
διοικώ (διοίκηση, διοικητής)
Περικλής
Ικτίνος
Καλλικράτης
επίβλεψη (επιβλέπω, εποπτεία)
γλύπτης (γλυπτική, γλυπτό)
Φειδίας
μακρόβιος (μακρόχρονος, παλιός)
καλοδιατηρημένος (διατηρώ)
σώζεται (διασώζεται)
κορυφαίος (κορυφή)
αρχιτεκτονική (αρχιτέκτονας)
Μισό (λεπτό)!
οικοδόμημα (οικοδομώ, κτίσμα)
αγγίζω (ακουμπάω, προσεγγίζω)
τελειότητα (τέλειος)
Τι παίζει (με … ) ;
υπέροχος (θαυμάσιος)
τόσο όσο
επιβλητικός (επιβάλλομαι)
δωρικός
κίων/κίονας (στύλος, κολόνα)
ίσα για να …
εντυπωσιακός (εντυπωσιάζω)
προκαλώ (προξενώ, εμπνέω)
δέος
όγκος (μέγεθος)
αρμονία (αρμονικός)
ατέλεια (τελειότητα)
εσκεμμένος (σκόπιμος, επίτηδες)
ολόισιος (ίσιος, ευθύς)
ευθύς (ίσιος)
στυλοβάτης (στύλος)
καμπυλωτός (καμπύλη)
φούσκωμα (φουσκώνω)
πλαϊνός (πλάι)
γέρνω (κλίνω, κεκλιμένος)
επεκτείνω (προεκτείνω)
νοερός (φανταστικός)
εκλέπτυνση (εκλεπτυσμένος)
χιλιοστό (μιλιμέτρ)
ξεγελάω (παραπλανώ, πλάνη)
«πιάνει» (λειτουργεί, πετυχαίνει)
χρόνος ρεκόρ
γλυπτό (άγαλμα, ανδριάντας)
διακοσμώ (διάκοσμος)
πατ κιουτ
ολομάρμαρος (μαρμάρινος)
εξαιρώ (εξαίρεση)
θεμέλιο (βάση, θεμελιώδης)
πορόλιθος (πορώδης)
στέγη (σκεπή, οροφή)
σκελετός
κεραμίδι (πλακάκι)
ό,τι κι ό,τι
πεντελικός (Πεντέλη)
ποιοτικός (ποιότητα)
γλύκα (γλυκός/-ύς, γλυκύτητα)
αποκτώ (προσλαμβάνω)
ροδαλός (ροζ, ρόδινος)
μεταμορφώνω (μετασχηματίζω)
αναστήλωση (αναστηλώνω)
ζεστασιά (ζέστη, ζεστός)
μουλάρι (γαϊδούρι)
Αθηναίοι (Αθήνα)
γερνάω (γήρας, γηρατειά)
γέρικο (γέρος, γριά)
(βγαίνω στη) σύνταξη (συνταξιοδοτούμαι)
έκπληκτος (εκπλήσσομαι)
καθοδηγώ (οδηγώ)
συγκινούμαι (συγκίνηση)
τιμώ (τιμή)
τρέφομαι (τρώω)
δημοσία δαπάνη (δοτ.)
Πρυτανείο(ν) (Πρύτανης)
κατά κόρον
επιφυλάσσω (επιφύλαξη)
πανελλήνιος (πανελλαδικός)
Ολυμπία
Δελφοί
Νεμέα
άτιμος (έντιμος)
πάγκος (αγοράς)
λαβωμένος (τραυματισμένος)
αρχαιότητα
Cosmote Chronos
τεκμηριωμένος (τεκμήριο)
σκανάρω (σκάνερ, σαρώνω)
πινακίδα (επιγραφή, ταμπέλα)
αρχαιολόγος (αρχαιολογία)
virtual reality / εικονική πραγματικότητα (VR)
augmented reality / επαυξημένη πραγματικότητα (AR)
«Πώς τα λέω!»
ψηφιακός
Κλειώ
τυχαίος (τύχη, σύμπτωση)
μούσα
5G
κατεβάζω (από το Διαδίκτυο)
απολαμβάνω (χαίρομαι)
συσκευή
στο φουλ
ηχογραφώ (καταγράφω)
ξενάγηση (ξεναγός)
παρεμπιπτόντως
ανεξάρτητα (άσχετα/ασχέτως)
πάροχος (παρέχω, παροχή)
κατάλευκος (ολόλευκος)
όψη (εμφάνιση)
ισορροπημένος (ισορροπία)
χρωματισμός (χρωματίζω)
επόμενο είναι/ήταν
έκθεση (εκτίθεμαι)
ατμοσφαιρικός (ατμόσφαιρα)
λατρεία (λατρεύω)
χρυσελεφάντινος (ελεφαντόδοντο)
κατά πάσα πιθανότητα
πλήκτρο (πληκτρολογώ)
μονοκόμματος
ένθετος
κουμπωτός (κουμπώνω)
ενδύματα (ρούχα, ενδυμασία)
χρυσάφι (χρυσός, χρυσαφένιος)
θησαυροφυλάκιο
έλασμα (επιχρυσώνω)
τοποθετώ (βάζω, θέτω)
αφαιρώ (αφαίρεση, βγάζω)
αξιοποιώ (εκμεταλλεύομαι)
ανακάμπτω (ανάκαμψη)
κόλπο (τέχνασμα)
θρύλος (θρυλικός)
κατηγορά (κατηγορία)
Σου λέει …
ξηλώνω (βγάζω, αφαιρώ)
ζυγίζω (ζυγός, ζυγαριά)
Όπως και απεδείχθη
luxury vacation
ρηχός (άβαθος)
δεξαμενή
ιδιότητα (χαρακτηριστικό)
σταθερός (αμετάβλητος)
υγρασία (υγρός)
ξήρανση (ξεραίνομαι)
συρρίκνωση (συρρικνώνομαι)
ασπίδα
παράσταση (απεικονίζω)
αμαζονομαχία (Αμαζόνα)
γιγαντομαχία (γίγαντας / γίγας)
ίντριγκα
σα να (είδαν … )
ύβρις (βρίζω, ασέβεια)
φλεξάρισμα
με τα πολλά
κυνηγώ (διώκω, διώχνω)
Οπισθόδομος
πλήκτρο (πληκτρολογώ)
πολύτιμος (αξίας)
ταμίας (ταμείο)
φυλάσσω / φυλάω
επιγραφή
ορθόδοξη εκκλησία
καθολική εκκλησία
μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί)
real estate
ιδιωτική κατοικία
Αμ δε!
Μεγαλέξανδρος
(Μέγας Αλέξανδρος)
διάδοχος (διαδέχομαι, διαδοχή)
στρατηγός
γαϊτανάκι
Δημήτριος ο Πολιορκητής
καταλαμβάνω (κατάληψη)
εν τέλει
Και να ‘ταν μόνο αυτό!
bon viveur
συμπόσιο
οινοποσία (οίνος, κρασί)
εταίρα
Λάμια
υπέρογκος (υπέρμετρος)
πολύπαθος
Τώρα θα μου πείτε …
ζουμάρω (κάνω ζουμ, μεγεθύνω)
χορταίνω (χορτάτος, αχόρταγος)
(Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον) Γκαίτε
