Δικαιοσύνη
Τα Δικαστήρια στην Ελλάδα
επικαιρότητα (επίκαιρος)
χωρίζω/-ομαι (χωρισμός)
διοικητικό δικαστήριο
ποινικό δικαστήριο
πολιτικό δικαστήριο
δικάζω (δίκη)
(νομική) διαφορά
πολίτης
δημόσιος υπάλληλος
εργοδότης
ΙΚΑ (Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων)
ασφαλιστικό ταμείο
έγκλημα (εγκληματικός)
αξιόποινος
τιμωρώ (τιμωρία)
ποινή κράτησης (φυλάκιση)
φόνος (δολοφονία)
κλοπή (κλέβω)
απάτη (απατώ)
ληστεία (ληστεύω)
εξύβριση (ύβρις)
απαγωγή (απάγω)
πλαστογραφία (πλαστογραφώ)
παραχάραξη (παραχαράσσω)
νόμισμα
καταγράφω (καταγραφή)
Ποινικός (Αστικός) Κώδικας
ποινική δίκη
αυτεπάγγελτα
εισαγγελέας
λαμβάνω γνώση
(κάνω) μήνυση (μηνύω, αγωγή)
αστυνομικό τμήμα
διαπράττω
επ’ αυτοφώρω
κατ’ ευθείαν
κρατητήριο
διαδικασία (δίκης)
συλλαμβάνομαι (συνελήφθη)
εργάσιμες μέρες
αποζημίωση (αποζημιώνω)
καταθέτω (κατάθεση)
αρμόδιος (αρμοδιότητα)
αγωγή (μήνυση)
απαιτώ (απαίτηση)
διαβάθμιση
βαρύτητα (βάρος, βαρύς)
υπόθεση
δικαστής (δικάζω)
γραμματέας
(κρατάω) πρακτικά
κατηγορούμενος (κατηγορώ)
αδικούμαι (αδικία)
Ποια είναι τα νομικά σου δικαιώματα αν βιώνεις βία
προσβασιμότητα (πρόσβαση)
συμπερίληψη (συμπεριλαμβάνω)
έμφυλη βία
ψηλοτάβανος (ψηλό ταβάνι)
πέτρινος (πέτρα)
Impact Hub Athens
μελαχρινός (σκουρόχρωμος)
Μαρία Αποστολάκη
Κέντρο Διοτίμα
ορισμός (όρος, ορίζω)
αποδίδει (σημαίνει)
πληθώρα (πλήθος)
συμπεριφορά (συμπεριφέρομαι)
εγκληματικός (έγκλημα)
συνιστά (αποτελεί)
κατ’ αρχάς (πρώτα απ’ όλα)
σωματική βία
(ποινικό) αδίκημα
έκφανση
δολοφονία (φόνος, δολοφονώ)
μισογύνικος (μισογυνισμός)
κίνητρο
γυναικοκτονία
πλήττει (χτυπά, αφορά)
δυσανάλογος (αναλογικός)
θηλυκότητα
ΛΟΑΤΚΙ+
τυποποιούμαι (κατατάσσεται)
νομικός (δικηγόρος)
θύμα (θύτης)
βλάπτομαι (υποφέρω)
επιζώσα (επιζώ, επιβιώνω)
αναδεικνύω (ανάδειξη)
ανθεκτικότηα (αντέχω, αντοχή)
διακρίνω (χαρακτηρίζω)
βιώνω (ζω, δέχομαι, υφίσταμαι)
θέτω (βάζω) τέρμα
διεκδικώ (διεκδίκηση)
ξεφεύγω (διαφεύγω)
κακοποιητικός (κακοποιώ, -ηση)
υποβάλλω (καταθέτω)
καταγγελία (καταγγέλλω)
δικαίωση (δικαιώνομαι)
μέσω της δικαστικής οδού
ασφαλιστικά μέτρα
αστικός (ποινικός)
φορέας επιμέλειας (γονική μέριμνα, κηδεμόνας)
απομακρύνω (απομάκρυνση)
σε αντίθεση (εν αντιθέσει) με
ορατό σημάδι
αποτυπώνομαι (αποτύπωση)
ψυχολογική βία
υφίσταμαι (βιώνω, δέχομαι)
λεκτική βία
τιμωρούμαι (τιμωρία)
ενδοοικογενειακή βία
(ορίζω) ρητά (ρητός)
εντάσσω (ένταξη)
διάταξη
απρεπής (άπρεπος)
μια που (μια/μιας και)
αντίκτυπος (επίπτωση)
φανερός (εμφανής)
αποστέρηση (στέρηση, στερώ)
πόρος / -οι (χρήματα)
αγαθό / -ά
οπλοστάσιο
βιασμός (βιάζω)
κολάσιμη πράξη
τελείται (πραγματοποιείται)
εντός γάμου
ακραίος (άκρη)
χάνω τη ζωή μου (πεθαίνω)
κακοποιητής (κακοποιώ)
πολλαπλώς (πολλαπλός)
σύντροφος
ευρύτερη οικογένεια
καθιερώνομαι (καθιέρωση)
Ποινικός (Αστικός) Κώδικας
συλλογικότητα (οργάνωση)
φεμινιστικός (φεμινισμός)
συνδρομή (συνδράμω)
αφύπνιση (ξυπνώ)
απόκριση (αποκρίνομαι)
Η ομιλία της Ελένης Λυκεσά στην εκδήλωση «Η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα»
δικαιοσύνη (δίκαιος, δίκαιο)
δικαστικό σύστημα
διευθύντρια
προγραμματισμός
δικαστικός λειτουργός
σύμβουλος (συμβούλιο)
Ελεγκτικό Συνέδριο
δικαστής (δικάζω)
επίτευξη (επιτυγχάνω)
καίριος
ανθρώπινο δυναμικό (προσωπικό)
άριστος/-α (αριστεία)
καταρτίζω (κατάρτιση)
απονομή (απονέμω)
προϋποτίθεμαι (προϋποθέτω)
άρτιος
φορέας (οργανισμός)
πενιχρότατος (πενιχρός)
χρηματοδότηση (χρηματοδοτώ)
προϋπολογισμός
πολυσχιδής
εντάσσω (ένταξη)
ταμείο
προεισαγωγικός (εισαγωγή)
υποψήφιος (υποψηφιότητα)
επιμόρφωση (κατάρτιση)
εν ενεργεία (ενεργός)
ανταλλαγή (ανταλλάσσομαι)
διοργανώνω (διοργάνωση)
σεμινάριο (μαθήματα)
έδρα (θέση)
εκτελώ (εκτέλεση)
παροχή (παρέχω)
εξειδικευμένος (εξειδικεύομαι)
γνωστικό αντικείμενο
αντιμετώπιση (αντιμετωπίζω)
επίκαιρος (επικαιρότητα)
τρέχων/-ουσα/-ον (τρέχω)
διαχείριση (διαχειρίζομαι)
ιδεολογία
ψυχολογία (ψυχολόγος)
ήθος (ηθικός)
εξελισσόμενος (εξελίσσομαι)
βλέμμα (βλέπω, βλέψη)
εύρυθμος (ομαλός)
αναγκαίος (αναγκαιότητα)
μεταρρύθμιση
εν όψει
χαιρετίζω (καλωσορίζω)
προσδοκώ (προσδοκία)
συμπέρασμα (συμπεραίνω)
