Το περιβάλλον
Κλιματική Αλλαγή – Μπορούμε να την διορθώσουμε;
αφιερώνω (αφιέρωμα, αφιέρωση)
κλιματική αλλαγή
εναλλακτική λύση
δελτίο ειδήσεων (νέα)
εγγραφή (εγγράφομαι, γράφομαι)
θερμός (ζεστός, θερμότητα)
καταγεγραμμένος (καταγράφω)
συνέπεια (επίπτωση)
ακραίος (άκρο, άκρη)
καιρικά φαινόμενα
El Niño
θερμαίνω (θέρμανση, ζεσταίνω)
κατά μέσο(ν) όρο
αύξηση της θερμοκρασίας
Ανταρκτική
έκταση (εκτείνομαι)
θαλάσσιος (θαλασσινός)
αποκολλώμαι (ξεκολλάω)
παγόβουνο
πιάνω το νόημα
υπερθέρμανση (υπερθερμαίνομαι)
εκτός (κι) αν …
ορυκτά καύσιμα
δραστικά μέτρα
καθυστερώ (καθυστέρηση)
COP 28
διάσκεψη (συνδιάσκεψη)
ΟΗΕ (Οργανισμός
Ηνωμένων Εθνών)
στην καλύτερη περίπτωση
μια(ς) και …
ατμοσφαιρικός (ατμόσφαιρα)
διοξείδιο του άνθρακα (CO2)
μακροπρόθεσμος (βραχυ-)
ευαίσθητος (ευαισθησία)
αέρια του θερμοκηπίου
αλυσιδωτός (αλυσίδα)
επίπτωση (συνέπεια)
εξελίσσομαι (εξέλιξη)
χιλιετία (αιώνας, χιλιετηρίδα)
ppm (σωματίδια
ανά εκατομμύριο)
υπάρχων (τωρινός, σημερινός)
εκτίμηση (εκτιμώ)
διπλασιάζομαι (διπλασιασμός)
Gabriel Bowen
Πανεπιστήμιο της Γιούτα
συγγραφέας
εύρος (ευρύς, φάσμα)
(ανθρώπινο) είδος
τρομακτικός (τρομάζω, τρόμος)
απελπιστικός (απελπίζομαι)
ανθρωπότητα (άνθρωπος)
απαιτούμενος (απαραίτητος)
καταδικασμένος (καταδικάζω)
αποφεύγω (αποφυγή, αποτρέπω)
μοίρα (πεπρωμένο, τύχη)
απάθεια (απαθής)
φέρνω στον κόσμο
ηλιακή ενέργεια (ήλιος, ηλιακός)
πρόβλεψη (πρόγνωση)
εγκαθίσταμαι (εγκατάσταση)
φωτοβολταϊκό (πάνελ)
γιγαβάτ (GW)
παρατηρείται (συμβαίνει)
εκθετική ανάπτυξη (εκθέτης)
πιάνω (πετυχαίνω) (έναν στόχο)
τίθεται (ένας στόχος) (θέτω/βάζω)
Christian Breyer
απότομος (ξαφνικός, γρήγορος)
κτηνοτροφία (κτήνος, ζώο)
με διαφορά
επιβλαβής (βλαβερός, βλάπτω)
vegan
διατροφή (δίαιτα)
εμπομπές (εκπέμπω, εκλύω)
ρύπανση (των υδάτων) (μόλυνση)
χρήση γης
άγρια ζωή (άγρια ζώα)
επίδραση (επιδρώ, επίπτωση)
τοποθεσία (τόπος, σημείο)
συμπεριλαμβανομένου/-ης/-ων
ηθικός (ήθος, ηθική)
περιβαλλοντολογικός (περιβάλλον)
καλύπτω (ένα κενό)
Πανεπιστήμιο του Έξετερ
φύκι (άλγη)
εμπορικά διαθέσιμος
(διατίθεται στο εμπόριο)
σπιρουλίνα
χλωρέλλα
πλούσιος σε (πρωτεΐνες)
διατήρηση (διατηρούμαι)
μυς (πλ. μυς/μύες)
εστιάζω (επικεντρώνομαι)
ας υποθέσουμε ότι …
αποτρέπω (αποτροπή)
επιστρατεύω (επιστράτευση)
γεωμηχανική
επεμβαίνω (παρεμβαίνω)
(σε μεγάλη/μικρή) κλίμακα
επιλογή (επιλέγω)
απρόβλεπτος (προβλέψιμος)
προωθώ (προώθηση)
Ίδρυμα Planetary Sunshade
υποστηρίζω ότι …
σκίαστρο (σκιά, σκιάζω)
ακτινοβολία (αντινοβολώ)
πυλώνας
απομάκρυνση (απομακρύνω)
διαχείριση (διαχειρίζομαι)
(υπερ)κατασκευή (κατασκευάζω)
διάστημα
σημείο Lagrange 1
αντανακλώ (καθρεφτίζω)
εντάσσω (συμπεριλαμβάνω)
συμφέρον
αφορμή (λόγος, πρόσχημα)
αποπροσανατολίζομαι (αποπροσανατολισμός)
εις βάρος
(ενεργειακή) μετάβαση
θεραπεία (θεραπεύω, αγωγή)
καρκινικός (καρκίνος)
κύτταρο (κυτταρικός)
δόνηση (δονούμαι)
διαπιστώνω (διαπίστωση)
(εγγύς) υπέρυθρο
(υπέρυθρος, υπεριώδης)
μόριο (μοριακός)
χρωστική (ουσία)
ευρέως (ευρύς)
(ιατρική) απεικόνιση (MRI, CT)
συγχρονίζομαι (συγχρονισμός)
τακτική (τακτικός, στρατηγική)
ρήξη (σπάω, σκίζομαι)
μεμβράνη (υμένας)
αποτελεσματικότητα (αποτελεσματικός)
πείραμα (πειραματίζομαι)
εργαστηριακός (εργαστήριο)
καλλιέργεια (καλλιεργώ)
μελάνωμα (καρκίνωμα, καρκίνος)
πλεονέκτημα (μειονέκτημα)
διεισδύω (διείσδυση)
ορατός (αόρατος)
τραυματίζω (τραύμα, πληγώνω)
ιστός
πρωτότυπος (πρωτότυπο)
εμπόδιο (εμποδίζω)
ασθενής (ασθένεια, άρρωστος)
Τι είναι το φαινόμενο του θερμοκηπίου;
φαινόμενο του θερμoκηπίου
μια φορά και έναν καιρό
διαφέρω (διαφορά, -ετικός)
μάζα (μαζικός)
μορφολογία (σχηματισμός)
φιλοξενώ (φιλοξενία, φιλόξενος)
γαλαξίας
Αφροδίτη
αφιλόξενος (φιλόξενος, φιλοξενώ)
ηλιακό σύστημα
ατμοσφαιρική πίεση
κόλαση (παράδεισος)
επιφάνεια (επιφανειακός)
ένοχος (ενοχή, υπαίτιος)
ανεξέλεγκτος (ελεγχόμενος)
θερμηκήπιο (σέρα)
ιδιότητα (χαρακτηριστικό)
ορατός (όραση, αόρατος)
υψηλής (χαμηλής) συχνότητας
υπέρυθρη ακτινοβολία
εισχωρώ (μπαίνω, διεισδύω)
αντανακλώ (αντανάκλαση)
απορροφώ (απορρόφηση)
θερμαίνομαι (ζεσταίνομαι)
θερμική ακτινοβολία
μπαίνω σε λεπτομέρειες
απότυπο μηδέν
εκπέμπω (εκλύω, εκπομπή)
ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία
εύρος (ευρύς, φάσμα)
συχνότητα (συχνός, ρυθμός)
σε αντίθεση με … (αντίθετα με …)
διαπερνώ (διαπεραστικός)
τοίχωμα (τοίχος, τείχος)
διαφεύγω (διαφυγή)
περαιτέρω (κι άλλο, ακόμα)
εγκλωβισμός (εγκλωβίζομαι)
εκτός εποχής
περιβάλλομαι
ατμόσφαιρα (ατμοσφαιρικός)
ανάκλαση (αντανάκλαση)
νέφο (σύννεφο)
σωματίδιο
αέριο
αέρια (του) θερμοκηπίου
κατά το μεγαλύτερο ποσοστό
εις τους αιώνας των αιώνων
(τα κυριότερα) εξ αυτών
υδρατμοί (ατμός)
διοξείδιο του άνθρακα
μεθάνιο
όζον (-τος)
κατατάσσω (κατάταξη)
συμβάλλω (συνεισφέρω)
ποσοστιαίος (ποσοστό)
συνεισφορά (συμβολή)
καθοριστικός (αποφασιστικός)
αντιπροσωπευτικός (-εύω)
ανθρωπογενής (φυσικός)
προέλευση (προέρχομαι)
για την ακρίβεια
μέση (θερμοκρασία)
ενισχύω (ενδυναμώνω, ενίσχυση)
Διαχείριση αποβλήτων: Αποφασιστικό βήμα προς την Πράσινη Μετάβαση
(καλύπτω το) χαμένο έδαφος
διαχείριση (διαχειρίζομαι)
απόβλητα (απορρίμματα)
θεσπίζομαι (θέσπιση)
Πράσινη Συμφωνία
όραμα (οραματίζομαι)
κλιματικά ουδέτερος
ήπειρος (ηπειρωτικός)
(υγειονομική) ταφή (απορριμμάτων)
μετάβαση (μεταβατικός)
κυκλική οικονομία
διαθέτω (διάθεση, διαθέσιμος)
θέση εργασίας (απασχόλησης)
(πράσινος) κάδος (απορριμμάτων)
χώρος υγειονομικής ταφής απορριμμάτων (ΧΥΤΑ)
προβληματίζω (ανησυχώ)
ηγεσία (ηγέτης)
τονίζω (δίνω έμφαση)
ανακύκλωση (ανακυκλώνω)
κατασκευάζω (κατασκευή)
μονάδα επεξεργασίας
αποβλήτων (ΜΕΑ)
(υπερ)σύγχρονος
εργοστάσιο (φάμπρικα)
ελαχιστοποιώ (μεγιστοποιώ)
δημοπράτηση (δημοπρασία, πλειστηριασμός)
τελματώνω (τέλμα)
άπιαστο όνειρο
διακυβέρνηση (διακυβερνώ)
Κυριάκος Μητσοτάκης
(θέτω/βάζω) στοίχημα
δέσμευση (δεσμεύομαι)
τετραετία
εξαγγελία (εξαγγέλλω)
γίνομαι/κάνω πράξη
περιβαλλονοτικός (περιβάλλον)
αδειοδότηση (άδεια, εκχώρηση)
υποδομές (εγκαταστάσεις, έργα)
Κωστής Χατζιδάκης
Γενικός Γραμματέας Συντονισμού Διαχείρισης Αποβλήτων
βάζω/θέτω στόχο (στοχεύω)
προτεραιοτητοποίηση (προτεραιότητα)
πρωθυπουργικός (πρωθυπουργός)
ατζέντα (ημερίσια διάταξη)
Γενική Γραμματεία Συντονισμού Διαχείρισης Αποβλήτων
Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων
ουραγός
κατασκευή (κατασκευάζω)
διαλογή (διαλέγω, χωρίζω)
πράσινοι/καφέ/μπλε κάδοι
ανακυκλώσιμος (ανακυκλώνω)
κομπόστ
ύφασμα
χωματουργικός (χώμα, γη)
πρωτόγνωρος
(άνευ προηγουμένου)
εφικτός (πραγματοποιήσιμος)
αναβαθμίζω (υποβαθμίζω)
προστασία του περιβάλλοντος
πηγή εκμετάλλευσης
