Τσακώνικα
Τσακώνικα: Η αρχαιότερη ζωντανή γλώσσα στην Ελλάδα
Λεωνίδιο (Αρκαδίας,
Τσακώνικα: Αγιελήδι)
εισαγωγή (εισάγω, πρόλογος)
διάλεκτος (ιδίωμα, ντοπιολαλιά)
αρχαία Δωρικά
επιβίωση (επιβιώνω, επιζώ)
νεολακωνική διάλεκτος
γλωσσολογικός (γλωσσολογία)
αποφαίνομαι (αποφασίζω)
δωρισμός
κτήμα (ιδιοκτησία, ανήκω)
Μιχαήλ Δέφνερ (Michael Deffner)
Ακαδημία του Βερολίνου
Τσάκωνες
φυλή
Λάκωνες
επί (Ρωμαίων)
αποφεύγω (αποφυγή)
κατάκτηση (κατακτώ)
φιλελεύθερος
φρόνημα (πνεύμα, πεποίθηση)
απομακρύνομαι (απομάκρυνση)
Πάρνωνας
απομονώνομαι (απομόνωση)
ήθη και έθιμα
«εκδωρισθείς» (Δωριείς, δωρικός)
«έξω Λάκωνες»
πανάρχαιος (παμπάλαιος)
λόγιος (μελετητής)
μνεία (αναφορά)
ημερολόγιο
περιηγητής
Evliya Çelebi
καταγράφω (καταγραφή)
αρχείο
Κωνσταντίνος Οικονόμου
κληρικός
Ναύπλιο
ιερέας (παπάς, ιέρεια)
επιστολή (γράμμα)
δείγμα
λογοτεχνικός (λογοτεχνία)
Γεώργιος Στρατήγης
κατάγομαι (καταγωγή)
Καστάνιτσα
τσακωνοχώρι
διήγημα (διηγούμαι)
(Α Τσουράνα) Η Ουρανία
επιθυμία (επιθυμώ, ευχή)
Προβηγκία
προβηγκιανός
Frédéric Mistral
πονεμένος (πόνος, επίπονος)
κινδυνεύω (κίνδυνος)
εξελίσσομαι (εξέλιξη)
επικοινωνώ (επικοινωνία)
παραγκωνίζω (παραγκωνισμός)
παραμερίζω (βάζω κατά μέρος)
Μανόλης Τριανταφυλλίδης
γλωσσολόγος (γλωσσολογία)
εφιστώ (επέστησε) (προσοχή)
τσακωνόπουλα
εφικτός (ανέφικτος, δυνατός)
Πλάκα
υποχωρώ (υποχώρηση, προχωρώ)
αποζητώ (επιδιώκω, θέλω)
ταφόπλακα (τάφος, ταφόπετρα)
σπίθα (σπινθήρας)
