Η αλιεία
Μια αλιευτική πολιτική για το μέλλον
επισημαίνω (αναφέρω)
Επίτροπος (Ευρωπαϊκή Επιτροπή)
Κανονισμός (Οδηγία, νομοθεσία)
εφαρμόζω (εφαρμογή)
Μεσογειακός Κανονισμός
ομόφωνος (ομοφωνία)
πρόσχημα (δικαιολογία)
καθυστέρηση (καθυστερώ)
πατρίδα (χώρα)
αναλαμβάνω (ανάληψη)
κυβέρνηση
δυσανάλογος (δυσαναλογία)
εποπτεύω (εποπτεία)
στενοχωρώ / στεναχωρώ
νομοθεσία (νόμος, νομοθετώ)
συμπεριφέρομαι (συμπεριφορά)
καταναλωτής (καταναλώνω)
Πάρος
γονοκεφτές (γόνος)
γρι-γρι (κυκλικό δίχτυ)
πανάκριβος (ακριβός)
μεζές (ορεκτικό)
bianchetto
συγκεντρώνομαι (επι-)
ψαροκάλαμο (καλάμι)
παράνομος (νόμιμος)
ψάρεμα (ψαρεύω, αλιεία)
αποκλειστικότητα (αποκλειστικός)
επαγγελματίας (επαγγελματικός)
ψαράς (αλιέας)
αλιεύματα (αλιεύω, πιάνω)
ψαρο(ν)τούφεκο ((ν)τουφέκι)
καλώς γίνεται (ορθώς, ευτυχώς)
δυναμίτης
διαδεδομένος (ευρέως)
μεταπολεμικός (προπολεμικός)
εξέλιξη (εξελίσσομαι)
αλιευτικός (αλιεύω, αλιεία)
αποδοτικότατος (αποδοτικός)
κόπος (προσπάθεια, κούραση)
επικινδυνότητα (κίνδυνος)
δυναμίτιδα (δυναμίτης)
περιορισμένος (περιορίζω)
δυναμικότητα (δυναμικός)
κρότος
έκταση (εκτενής, μέγεθος)
διάθεση (διατεθειμένος)
καταπολεμώ (καταπολέμηση)
κρούσμα (περίπτωση)
λιμεναρχείο
Περιφερειακό Συμβούλιο
Νοτίου Αιγαίου
κάνω πως (προσποιούμαι)
Πώς θα γίνει;
απελπισμένος (απεγνωσμένος)
κόβει τα δικά του χέρια
(και τα πόδια)
χρηματοδοτώ (χρηματοδότηση)
παράβαση (παραβίαση)
συνήθεια (συνήθης, συνηθίζω)
Ανάδειξη και προώθηση αλιευμάτων που παράγονται
και τυποποιούνται στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας
ευλογημένος (ευλογώ, ευλογία)
αυγοτάραχο
αθερίνα (Τριχωνίδας)
χέλι
γάμπαρη (γαρίδα)
Αμβρακικός (Κόλπος)
αλίπαστα (ψάρια)
ακτογραμμή (ακτή)
εμπεριέχω (περιέχω)
θαλάσσιος (θάλασσα)
λιμνοθαλάσσιος (λιμνοθάλασσα)
μέτωπο (μετωπικός)
Ιόνιο (Πέλαγος)
Αδριατική (Θάλασσα)
υδάτινος (ύδωρ, νερό)
αλίευμα (αλιεύω, πιάνω)
Επιμελητήριο Αιτολοακαρνανίας
Περιφέρεια της Δυτικής Ελλάδος
αγροδιατροφικός (διατροφή)
προώθηση (προωθώ)
τρίτες χώρες
branding
αναδεικνύω (ανάδειξη)
εξωστρέφεια (εσωστρέφεια)
εξαγωγικός (εξαγωγή)
προσανατολισμός (-ίζομαι)
συνεργασία (συνεργάζομαι)
(δίνω) ώθηση
θησαυρός
στρατηγική (στρατηγικός)
εδράζω/-ομαι (βασίζομαι)
βελτίωση (βελτιώνω)
υποδομές (εγκαταστάσεις)
ενίσχυση (ενισχύω)
παραγωγική μονάδα
πόροι (μέσα, κεφάλαια)
διαθέτω (διάθεση)
τοπικός (τόπος, ντόπιος)
επιχείρηση (εταιρ(ε)ία)
έκθεση (εκθέτω)
Sial
Anuga
ιχθυαλιεύματα
σέβομαι (σεβασμός)
φυσικό περιβάλλον
(αυξάνω) κατακόρυφα
οικοσύστημα
εξασφαλίζω (διασφαλίζω)
πιστοποίηση (πιστοποιώ)
καταναλωτής (καταναλώνω)
ντόπιος (τόπος, τοπικός)
αλίευση (αλιεία, ψάρεμα)
συνεπάγεται
αναπαράγομαι (αναπαραγωγή)
φυτοπλαγκτόν (ζωοπλαγκτόν)
Μπούκα
Ανοιξιάτικο
Μενίδι
Σπάρτος
Αμφιλοχία
ιχθυοκαλλιέργειες
προικισμένος (ευλογημένος)
νομός (δήμος, περιφέρεια)
βρέχεται (από τη θάλασσα)
λιμνοθάλασσα
απλώνομαι (εκτείνομαι)
αλιευτικός (αλιεία)
ξακουστός (φημισμένος)
οφείλεται
ύδατα (νερά)
ανανεώνομαι (ανανέωση)
τρέφομαι (τρώω, τροφή)
φυσικός εχθρός
μόλυνση (ρίπανση)
άριστος (αριστεία)
αυγοτάραχο Μεσολογγίου
χαβιάρι
γευστικός (γεύση)
πρεσβευτής (πρέσβυς)
εργαστήρι(ο)
εθνικό πάρκο
υγρότοπος
Λιμνοθάλασσα Μεσολογγίου-Αιτωλικού
κατατάσσω (κατάταξη)
πρωταθλητής/-αθλήτρια
Natura (2000)
Σύμβαση Ραμσάρ
συνθήκη (σύμβαση)
προστατευόμενη ονομασία προέλευσης (ΠΟΠ)
θηλυκός (αρσενικός)
κέφαλος
μπάφα (κέφαλος)
Μεσολόγγι
Κλείσοβα
περιεκτικότητα (περιέχω)
δράση (ενέργεια)
προβολή (προβάλλω)
ανάδειξη (αναδεικνύω)
εύγευστος (νόστιμος)
ποιοτικός (καλής ποιότητας)
μεσογειακή διατροφή
προσιτός (λογική τιμή)
σπεσιαλιτέ (ειδικότητα)
γεύομαι (γεύση, δοκιμάζω)
