Ιατρική

Χρήσιμες λέξεις για την κατανόηση του βίντεο (μαζί με άλλες ομόρριζες και συναφείς λέξεις)

εκτελώ (εκτέλεση)
διεργασία
ακούσιος / εκούσιος
αναπνέω (αναπνοή, ανασαίνω)
κύτταρο (κυτταρικός, κυτταρίτιδα)
περιήγηση (γύρος, ξενάγηση)
κατασκευή (κατασκευάζω)
ψυχαγωγικός (ψυχαγωγία)
κυκλοφορικό σύστημα
φλέβα ((αιμοφόρο) αγγείο)
αρτηρία ((αιμοφόρο) αγγείο)
αιματώνομαι (αιμάτωση)
οξυγονώνομαι (οξυγόνωση)
οξυγόνο
άζωτο
μυς (μυϊκός, μυώδης)
μασητήριοι μύες
μασάω
οστό (=κόκαλο)
κεφαλή (=κεφάλι)
κρανίο
εγκέφαλος (μυαλό)
ημισφαίριο
συνδυαστικά (συνδυασμός)
χείλη (χείλια)
(άνω/κάτω) γνάθος (σαγόνι)
στοματική κοιλότητα
αίσθηση (αισθάνομαι)
μυρίζω (μυρωδιά, όσφρηση)
γεύομαι (γεύση)
κεντρικό νευρικό σύστημα
νωτιαίος μυελός
περιφερικό νευρικό σύστημα
νεύρο (νευρώνας)
απόληξη
αντιλαμβάνομαι (αντίληψη)
προσωπείο (πρόσωπο)
ακουστικό νεύρο
ταλάντωση (δόνηση)

λαβύρινθος (δαίδαλος)
ακουστική σάλπιγγα
αφή (άπτομαι, πιάνω, ακουμπάω)
οστικός (οστό/οστούν, κόκαλο)
υπερώα (=ουρανίσκος)
οροφή (ταβάνι)
φρονιμίτης (σωφρονιστήρας)
διάσπαση (διασπώ)
σάλιο (σίελος)
μαλακώνω (μαλακός)
οισοφάγος
ξινός (όξινος, οξύ, ξινίλα)
αλμυρός (αλμύρα)
πικρός (πίκρα)
ρινική κοιλότητα (ρις/ρίνα, μύτη)
φάρυγγας
επιγλωττίδα
εισπνέω (εκπνέω)
διοξείδιο του άνθρακα
πνευμόνια/πνεύμονες
θώρακας (θωρακίζω)
βρογχικό δέντρο (βρόγχος)
αδιάκοπος (διακεκομμένος)
γροθιά
κοιλιακή χώρα (κοιλιά/κοιλία)
συκώτι (ήπαρ)
πάγκρεας
χοληδόχος κύστη
νεφρό (νεφρικός)
(λεπτό/παχύ) έντερο
σκωληκοειδής απόφυση
πέψη (χωνεύω, χώνεψη)
διάλυση (διαλύω)
απορροφώμαι (απορρόφηση)
συστατικά (στοιχεία)
οργανισμός
αποθηκεύω (αποθήκευση)
γλυκόζη
άμυλο (αμυλούχος)

ροή αίματος (ρέω, κυλώ)
κόπρανα (αφοδεύω, ούρα, ουρώ)
σωλήνας (σωλήνα)
αποβάλλω (αποβολή)
ρυθμίζω (ρύθμιση)
δηλητηριώδης (δηλητήριο)
γένους θηλυκού (αρσενικού)
έμβρυο
αμνιακός σάκος
αμνιακό υγρό
ενυδατώνομαι (ενυδάτωση)
ομφάλιος λώρος
ομφαλός (=αφαλός)
τρέφομαι (τροφή, τροφοδοτώ)
λεκάνη (γοφός, ισχίο)
γεννητικά όργανα
ωοθήκη
σάλπιγγα
μήτρα
σπερματοζωάριο (σπέρμα)
ωάριο
αναπαραγωγή (αναπαράγομαι)
πρωκτός (ορθό(ν))
ανδρικό μόριο
πέος
βάλανος
όρχις/-εις
σπερματικός πόρος
προστάτης
ουροδόχος κύστη
σπερματικό υγρό
ανακατεύομαι
εξωθώ (εξώθηση)
ουρήθρα
αναπαριστώ (αναπαράσταση)
έγκυος (εγκυμοσύνη)
Nouvelle
Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης

Χρήσιμες λέξεις για την κατανόηση του βίντεο (μαζί με άλλες ομόρριζες και συναφείς λέξεις)

αλληλοεξαρτώμενος (εξαρτώμαι)
οξυγόνο
πνεύμονας (πνευμόνι)
καύσιμο (καίω)
χώνεψη (πέψη)
κυκλοφορία (κυκλοφορώ)
ανοσοποιητικό σύστημα (ανοσία)
κύτταρο (κυτταρικός)
αδένας
αποθηκεύω (αποθήκευση)
θρεπτικός (τρέφω, τροφή)
ξοδεύω (δαπανώ)
νευρικό σύστημα
αναμεταδίδω (μεταδίδω)
άρχοντας
φτερουγίζω (φτερούγα)
πεταρίζω
ραγίζω (σπάω)
αντλία (αντλώ)
λαβύρινθος (δαίδαλος)
αγγείο (αρτηρία, φλέβα)
εφόδια (εφοδιάζω)
αποστολή (αποστέλλω)
φορτίο (φορτώνω, φόρτος)
θάλαμος
λιγοστεύω (μειώνω/-ομαι)
κοιλία (καρδιάς)
μυς (μύες) (μυϊκός)
μήκος (μάκρος)
τυλίγω (περιτυλίγω)
αρτηρία
αορτή
σωλήνας (σωλήνα)
τοίχωμα (τοίχος)
αρτηριακός (αρτηρία)
διαχωρίζομαι (χωρίζω)
αρτηριοειδή (αγγεία)
τριχοειδή (αγγεία)
ζωτικής σημασίας
συστατικό (στοιχείο)
μόριο (μοριακός)
κόκκος (κοκκώδης)
πλάσμα
λευκά αιμοσφαίρια
κυνηγός (κυνηγώ)
θήραμα
μικρόβιο
ιός (ιικός)
ερυθρά αιμοσφαίρια
σκουπιδιάρικο (απορριμματοφόρο)
απόβλητα
διοξείδιο του άνθρακα
απορρίπτω (απόρριψη)
αεριώδης (αέριο)
ανταλλάσσω (ανταλλαγή)
διά μέσου (μέσω)
διοχετεύω (καναλιζάρω)
φλέβα (φλεβικός)
πλατύς
εξισορροπώ (ισορροπία)
απώλεια (χάνω)
πίεση (πιέζω)
ροή (ρέω, κυλάω)
βαρύτητα
δεύτερο (δευτερόλεπτο)
πνευμονική αρτηρία
απλώνω (ανοίγω)
επιφάνεια (επιφανειακός)
γήπεδο (του τέννις)
θαύμα (θαυμάσιος)
εξέλιξη (εξελίσσομαι)
μέγιστος (ελάχιστος)
ζυγίζω (βάρος)
διακλαδίζομαι (κλάδος)
ελαφρός/ελαφρύς
σπογγοειδής (σπογγώδης)
επιβίωση (επιβιώνω, επιζώ)
εισπνέω (εκπνέω, εισπνοή)
φουσκώνω (ξεφουσκώνω)
θωρακική κοιλότητα (θώρακας)
θόλος (αψίδα)
διάφραγμα
πόρος (σωλήνας)
δίοδος (πέρασμα)
βρόγχος
βρογχιόλια
ζωογόνος (ζωή)
σάκχαρο (ζάχαρη)
γλυκόζη
συκώτι (ήπαρ)
χαραμίζω (σπαταλάω)
θέρμανση (θερμαίνω, ζεσταίνω)
εκπέμπω (εκπομπή)
εκατοστό (πόντος, σαντιμέτρ)
σπονδυλική στήλη
ερέθισμα
ίνα (ινώδης)
συσπώμαι (σύσπαση)
σύσπαση (συσπώμαι)
στρατολογώ (επιστρατεύω)
μαλάκιο
οστό/οστούν (κόκκαλο)
σκελετός (σκελετικός)
κυμαίνομαι (ποικίλλω)
χιλιοστό (μιλιμέτρ)
οστεϊκός (οστό)
εγκάρσια (κάθετα)
κλείδα
ποικιλία (ποικίλλω)
δείγμα
βιοτεχνολογία
αντίχειρας (δείκτης, δάκτυλο)
ακροδάκτυλα (ακροδάχτυλα)
ευαίσθητος (ευαισθησία)
λαβή (λαμβάνω, πιάνω, πιάσιμο)
τρυφερός (απαλός)
σύνδεσμος (τένοντας)
λεπτεπίλεπτος (λεπτός)
μηριαίο οστούν (μηρός)
εφάπτομαι (ακουμπάω)
τριβή (τρίβομαι)
άρθρωση (κλείδωση)
γόνατο / γόνυ
πολύπλοκος (περίπλοκος)
επιγονατίδα
λυγίζω (κάμπτω, τεντώνω)
λαδωμένος (λαδώνω, λάδι)
μηχανικός (μηχανή)
κάμπψη (κάμπτω)
δικέφαλος
περιστροφή (περιστρέφομαι)
αγκώνας
μεγιστοποιώ (ελαχιστοποιώ)
μπράτσο (βραχίονας)
μήτρα
πρωτεΐνη
κολλαγόνο
ανόργανος (οργανικός)
ασβέστιο
φωσφορικό άλας
εύθραυστος (θραύω, τσακίζω)
ελαστικός
πλαστελίνη
ατσάλι (χάλυβας)
πανοπλία (όπλο, οπλίζω)
νωτιαίος μυελός
κρανίο
πολύτιμος (τιμή, αξία)
εγκέφαλος (εγκεφαλικός)
άμυνα (αμύνομαι)
εντυπωσιακός (εντύπωση)
ανθεκτικός (αντέχω, αντοχή)
αδιάβροχος
βλαβερός (επιβλαβής, βλάπτω)
επιδερμίδα
κεραμίδι
στέγη (σκεπή)
συγκρατώ
υγρασία (υγρό)
χημικά (στοιχεία)
διασπώμαι (διάσπαση)
σκληραίνω (σκληρός)
φίδι
μεσοδερμικό στρώμα
επίστρωση
ελαστίνη
εύκαμπτος (δύσκαμπτος)
απορροφώ (απορρόφηση)
κραδασμός
κυκεώνας (συνονθύλευμα)
υδραυλικός
τρίχα
αιμοφόρα αγγεία
νεύρο (νευρικός)
απόληξη
αισθητήρας (αισθάνομαι)
ιδρωτοποιοί αδένες (ιδρώτας)
εξατμίζομαι (ατμός)

διατηρώ (διατήρηση)
δροσερός (δροσιά)
άγγιγμα (αγγίζω)
εντολή (διαταγή)
1/100 sec
αφή (άπτω, αγγίζω)
τραυματίζομαι (τραύμα)
πυροδοτούμαι
θανατηφόρος (θάνατος)
μ(ε)ίγμα (αναμ(ε)ιγνύω)
καταπολέμηση (καταπολεμώ)
οργανισμός
εισχωρώ (μπαίνω)
αιμοπετάλια
(μικρο)γρατσουνιά (γρατσουνίζω)
αιμορραγία (αιμορραγώ)
θρόμβος (θρόμβωση)
προξενώ (προκαλώ)
διόγκωση (διογκώνω)
ρευστοποιώ (ρευστός)
μόλυνση (μολύνω, λοίμωξη)
κοινωνικοποίηση (κοινωνικός)
ευάλωτος (τρωτός)
κολλώδης
βακτηρίδιο / βακτήριο
δολοφονικός (φονικός)
δολοφόνος (δολοφονώ)
κρυολογώ (κρυολόγημα, συνάχι)
απαλλάσσομαι (απαλλαγή)
αποθήκη (αποθηκεύω)
πολυσύχναστος (συχνάζω)
αναπνοή (αναπνέω, ανασαίνω)
συνοδεύω (συνοδός, συνοδεία)
μολυσματικός (μολυντικός)
φτερνίζομαι (φτέρνισμα)
εμετός (εμετικός)
βήξιμο (βήχω, βήχας)
ξύσιμο (ξύνω/-ομαι)
κλάμα (κλαίω)
εισβολέας (εισβάλλω, εισβολή)
αόρατος (ορατός)
περιβάλλω (περιτριγυρίζω)
ειδοποιός διαφορά
συνείδηση (συνειδητός)
μαλακός ιστός
νευρώνας
απειροελάχιστο
νευρικό σήμα
αστράφτω (αστραπή)
ηλεκτρικό σήμα
δέσμη
ισχυροποιούμαι (δυναμώνω)
καλωδιώνω (καλώδιο)
εκ νέου (ξανά)
καλωδίωση (καλωδιώνω)
φλοιός
ημισφαίριο (σφαίρα)
συναίσθημα (συναισθηματικός)
ενοποιώ (ενοποίηση)
αναλαμβάνω
πατούσα (πέλμα)
καταλήγω (κατάληξη, τελειώνω)
μετωπικός λοβός
κινητήριος φλοιός
κυρίαρχος (κύριος)
όραση (ορατός, βλέπω)
υπολογίζω (υπολογισμός)
επεξεργάζομαι (επεξεργασία)
αποδίδω (απόδοση)
ορολογία (όρος)
διάμετρος (ακτίνα)
συστρέφομαι (συστροφή)
κερατοειδής (χιτώνας)
καμπύλος (καμπύλη)
εστίαση (εστιάζω)
διακριτός (διακρίνω)
ίρις / ίριδα
ακούσιος (εκούσιος)
κόρη
ουριάνιο τόξο
κάμψη (κάμπτομαι)
φακός
ακτίνα (ακτινωτός)
ρόδα (τροχός)
δακτύλιος
αντισταθμίζω (αντιστάθμιση)
κοίλος (κυρτός, κοιλότητα)
διαθλώ (διάθλαση)
αμφιβληστροειδής (χιτώνας)
ανάποδα (αναποδογυρίζω)
ισιώνω (στραβώνω, ίσιος)
οπτικό νεύρο
εξειδικευμένος (ειδικεύομαι)
μετατρέπω (μετατροπή)
δέκτης (πομπός, δέχομαι)
κάλαμος (καλάμι)
αμυδρός (ξεκάθαρος, δυνατός)
ασπρόμαυρος
κώνοι
κοντόχοντρος (κοντός, χοντρός)
μυτερός (αιχμηρός, μύτη)
λαμπερός/λαμπρός (δυνατός)
κατά μήκος
ευθεία (γραμμή) (ευθύς)
εντοπίζω (εντοπισμός)
οπτικό πεδίο
επικαλύπτω (υπερκαλύπτω)
διοπτρική όραση
ψευδαίσθηση (αυταπάτη)
τρισδιάστατος (διάσταση)
ακοή
ακουστικός πόρος
ξεχωρίζω (διακρίνω)
αναγνωρίζω (αναγνώριση)
πλήθος (μεγάλος αριθμός)
περισπασμός (αποσπώ την προσοχή, αντιπερισπασμός)
τεχνητός (φυσικός)
πυξίδα (μπούσουλας)
καθυστέρηση (καθυστερώ)
2/1.000.000 sec
προέλευση (προέρχομαι)
εντοπισμός (εντοπίζω)
κατεύθυνση (κατευθύνομαι)
βομβαρδίζω (βομβαρδισμός)
ράχη
πτύχωση (δίπλα, αυλάκωση)
μαλακώνω (μαλακός, απαλός)
συχνότητα (συχνός)
αντιλαμβάνομαι (αντίληψη)
ηχητικό κύμα
αγωγός (δίαυλος)
τύμπανο
μεμβράνη
σφιχτός
τεντωμένος (τεντώνω)
μέσο ους
δόνηση (δονούμαι)
σφύρα
άκμονας
αναβολέας
αλυσιδωτή αντίδραση
μεγεθύνω (μεγέθυνση)
ωοειδής (αυγοειδής)
έσω ους
ρηχός (βαθύς)
κοχλίας
μπιζέλι (αρακάς)
όργανο του Κόρτι
εντυπώνω
όμοιος (ίδιος)
αποτύπωμα (καταγραφή)
ισορροπία (ισορροπώ)
βρόχος
γλυπτό (γλύπτης)
αυλάκι (αύλακας, αυλός)
ημικυκλικός (κυκλικός, ημικύκλιο)
κανάλι
ρυθμίζω (ρύθμιση, ελέγχω)
άκρο
αλφάδι
ξυλουργός (ξύλο)
γλιστερός (γλιστράω)
χαλάκι (χαλί, τάπητας)
κρύσταλλο(ς) (κρυστάλλινος)
γέρνω
γλιστράω (ολισθαίνω)
εναλλασσόμενος (εναλλάσσομαι)
έλκω (έλξη, ελκύω, τραβάω)
οικείος (γνωστός, γνώριμος)
οριζόντιος
κατακόρυφος (κάθετος)
σχηματίζω (διαμορφώνω)
αίσθηση (αισθητήριος)
εμπλουτίζω (πλούσιος, πλούτος)
άρωμα (οσμή, μυρωδιά)
ρούφηγμα (ρουφάω, ρωφώ)
ζούγκλα
ερημικός (έρημος, άδειος, κενός)

όσφρηση (οφραίνομαι, μυρίζω)
διαλύομαι (διάλυση)
βλέννα
τριχωτοί αισθητήρες
συλλέγω (συλλογή, μαζεύω)
στην κυριολεξία (κυριολεκτικά)
επέκταση (προέκταση)
οσφρητικό κύτταρο
ώση
(αυτο)ανανεώνομαι
γεύση (γεύομαι)
μυρωδιά / μυρουδιά
επικεντρώνομαι (εστιάζω)
υφή
γευστικές θηλές (θηλή)
απόχρωση (χροιά)
αλέθω (αλεσμένος)
υποβοηθώ (βοηθώ)
σιελογόνοι αδένες (σίελος, σάλιο)
ένζυμο
διασπώ (διάσπαση)
βλωμός
οισοφάγος
μυϊκός (μυς)
σπασμός (σπασμωδικός)
περίσταλση
πέψη (χόνεψη, πέπτω)
καταναλώνω (κατανάλωση)
μπουκιά
μασάω
μύλος (ανεμόμυλος)
σάκ(κ)ος
κονιορτοποιώ (κονιοποιώ, σκόνη)
οξύ
κρεμώδης (κρέμα)
(γαστρικός) χυμός
λεπτό έντερο
πάγκρεας (παγκρεατικός)
χοληδόχος κύστη
σφαιρίδιο (σφαίρα, μπαλάκι)
λίπος (λιπαρός)
βιταμίνη
προέκταση (επέκταση)
λάχνες
λήψη (λαμβάνω)
πλεονέκτημα (μειονέκτημα)
παχύ έντερο
απομεινάρια (υπολείμματα)
αβλαβής (επιβλαβής, βλαβερός)
έκκριση
αποβάλλω (αποβολή)
αφυδάτωση (αφυδατώνομαι)
φιλτράρισμα (διήθηση, φίλτρο)
επένδυση (φόδρα)
ανακυκλώνομαι (ανακύκλωση)
τριχοειδή αγγεία
νεφρό
εναπομείνων (υπόλοιπος)
ούρα (ουρώ, ούρηση)
ουρητήρας (ουρώ)
ουροδόχος κύστη
εντερικός
μεταβολισμός (μεταβολίζω)
συκώτι (ήπαρ)
χειρίζομαι (διευθύνω)
ενδοκρινικό σύστημα
ορμόνη
τρελαίνομαι (τρελός)
αγγελιοφόρος (αγγελία, μήνυμα)
διεγείρω (διέγερση, ερέθισμα)
υποθάλαμος (θάλαμος)
υπόφυση
μείζων (ελάσσων)
επίφυση
εκκρίνω (έκκριση)
μελατονίνη
νυστάζω (νύστα, υπνιλία)
αδρεναλίνη
κορτιζόνη
επινεφρίδιο
εγρήγορση
θηρεοειδής (αδένας)
θυροξίνη
ενήλικας/-ος
ιστός
απόθεμα
ινσουλίνη
γλυκαγόνη
αφαιρώ (αφαίρεση, απομακρύνω)
παρακινώ
επιδιόρθωση (αποκατάσταση)
ορμόμη ανάπτυξης
αναπαραγωγή (αναπαράγομαι)
οιστρογόνα
τεστοστερόνη
στήθος
τριχοφυΐα (τρίχες)
γεννητικός αδένας
έμμηνος ροή (ρύση)
ωάριο
ωοθήκη
εφηβεία (έφηβος)
σηματοδοτώ
έναρξη (απαρχή)
σπέρμα (σπερματοζωάριο)
όρχις
στοιβαγμένος (στοιβάζω, στοίβα)
ουρά
ώριμος (ωριμάζω)
μεταβιβάζω (μεταβίβαση)
γονίδιο (γονιδιακός)
κεφαλή (κεφάλι)
διάλυμα (διαλύομαι)
ξεδιπλώνομαι (ανοίγομαι)
διπλός έλικας
γενετικός κώδικας
συσκευάζομαι (συσκευασία)
χρωμόσωμα
ενεργοποιώ (ενεργός)
μήτρα
καταφύγιο (καταφεύγω)
(ωαγωγός) σάλπιγγα
συνουσία (συνουσιάζω)
προωθώ (προώθηση)
προστάτης
ενδυναμώνομαι (ενισχύομαι)
εκσπερμάτωση (εκσπερματώνω)
εκτελώ (πραγματοποιώ)
θαυμαστός (θαύμα)
ξεβράζομαι
τράχηλος (της μήτρας)
κόλπος
αποκαλύπτω (αποκάλυψη)
κόγχη (εσοχή)
σχισμή
ευδοκιμώ
ακαριαίος (αστραπιαίος)
έγκυος (εγκυμοσύνη)
επιβιώνω (επιβίωση, επιζώ)
εμπόδιο (εμποδίζω)
κούρσα (αγώνας δρόμου)
μπλοκάρω (φράσσω/φράττω)
ευπρόσβλητος (προσβάλλω)
απροσπέλαστος (προσπελάσιμος)
πλέγμα
απλώνω (ανοίγομαι)
μανιωδώς (μανιώδης, μανία)
προσπελάζω (έχω πρόσβαση)
διεισδύω (διείσδυση)
νικητής (νικώ, νίκη)
προσαρτώμαι
εκρηκτικός (έκρηξη)
εκτόνωση (εκτονώνομαι)
περίβλημα
ασύλληπτος (αδιανόητος)
σκληραίνω (σκληρός)
γονιμοποίηση (γόνιμος, σύλληψη)
διαίρεση (διαιρούμαι, χωρίζομαι)
ζεύγος (ζευγάρι)
πολλαπλασιάζομαι (-σμός)
επιταχύνομαι (επιτάχυνση)
εγκυμοσύνη (έγκυος, κύηση)
εμφυτεύομαι (εμφύτευση)
φωλιάζω (φωλιά)
(βασική) αρχή
πανομοιότυπος (ολόιδιος)
διαφοροποιούμαι
έμβρυο (εμβρυακός)
βλαστός (βλαστοκύτταρα)
κόκκος (κοκκώδης)
συνοφρυώνομαι (φρύδια)
γκριμάτσα
μονωτικός (μονώνω, μόνωση)
στρώμα
εμφάνιση (όψη)
κεντρικό νευρικό σύστημα
γνώρισμα (χαρακτηριστικό)
σχηματοποιούμαι
μεταμόρφωση (μεταμορφώνομαι)

Χρήσιμες λέξεις για την κατανόηση του βίντεο (μαζί με άλλες ομόρριζες και συναφείς λέξεις)

υπέρβαρος
παχύσαρκος (παχυσαρκία)
ενήλικας/ενήλικος
υγειονομικός
προέκταση
συσσώρευση (συσσωρεύω)
σωματικός (σώμα)
λίπος (λιπαρός, λιπώδης)
εισάγω (εισαγωγή)
τροφή (φαγητό, τρέφομαι)
καταναλώνω (κατανάλωση)
πλεόνασμα (περίσσευμα)
αποθηκεύω (αποθήκευση)
δείκτης μάζας σώματος (BMI)
ανεπτυγμένος (αναπτύσσομαι)

παράγοντας
συνδυαστικά (συνδυασμός)
διατροφικός (διατροφή)
σύσταση (συστήνω/συνιστώ)
γυμνάζομαι (κάνω άσκηση)
άθλημα (αθλούμαι)
οθόνη
εκτός εργασίας
ασφάλεια (ασφαλής)
γειτονιά (γείτονας, γειτονικός)
πεζοδρόμιο (πεζός)
άθληση (αθλούμαι, αθλητής)
προσχολικός
φυσιολογικός (φυσικός, νορμάλ)

συνδέομαι (σύνδεση)
καρδιακός (καρδιά/καρδία)
μεταβολικός (μεταβολισμός)
διαταραχή (διαταράσσομαι)
χρόνιος (οξύς)
νόσημα (νοσώ)
ψυχική υγεία
αντίκτυπος
ετήσιος (έτος, χρόνος)
δαπάνη/-ες (έξοδα, ξοδεύω)
οφείλεται (οφείλω)
σχεδιασμένος (σχεδιάζω, σχέδιο)
παρέμβαση (παρεμβαίνω)
ενδυνάμωση (ενδυναμώνω)