Βιολογία

Χρήσιμες λέξεις για την κατανόηση του βίντεο (μαζί με άλλες ομόρριζες και συναφείς λέξεις)

φυσικές επιστήμες
φαινόμενο
ιδιότητα (χαρακτηριστικό)
ζωντανός οργανισμός
αποκωδικοποιώ (κώδικας)
ισορροπημένος (ισορροπία)
συμβίωση (συνύπαρξη)
οικοσύστημα
(βασικός) άξονας
εξελίσσομαι (εξέλιξη)
εξαφανίζω (εξαλείφω)
ασθένεια (αρρώστια)
επιδημία
φυματίωση
ελονοσία (μαλάρια)
εμβόλιο (εμβολιάζω)
πρόληψη (προλαμβάνω)
βιοτεχνολογία
θεραπεία (θεραπεύω)
(σακχαρώδης) διαβήτης
ινσουλίνη
μικροοργανισμός
παρατήρηση (παρατηρώ)
κύτταρο (κυτταρικός)
(Ρόμπερτ) Χουκ
ανακάλυψη (ανακαλύπτω)
πενικιλίνη
(Αλεξάντερ) Φλέμινγκ
χαρίζω (δίνω, δωρίζω)
ευρέως (ευρύς)
DNA
Τζέιμζ Γουάτσον & Φράνσις Κρικ
σηματοδοτώ (σημαίνω)
μοριακή βιολογία (μόριο)
γενετική (γονίδιο)
διασταύρωση (διασταυρώνω)
(Γκρέγκορ) Μέντελ
μοσχομπίζελο (μπιζέλι)

δόγμα
εξέλιξη (εξελίσσομαι)
(Κάρολος) Δαρβίνος
θεώρηση (θεωρώ, αντίληψη)
επικρατώ (κυριαρχώ)
προέλευση (προέρχομαι)
κατηγοριοποιώ (ταξινομώ)
συναντάται (απαντάται)
δομικός λίθος
μακρομόριο (μόριο)
πρωτεΐνη
κυτταρική βιολογία
οργανίδιο (όργανο)
φυσιολογία
ιστός
συντονισμός (συντονίζομαι)
οικολογία (οικολογικός)
τροφική αλυσίδα
αλληλεπίδραση (αλληλεπιδρώ)
επιμέρους
γενιά / γενεά
αναπαραγωγή (αναπαράγομαι)
γονίδιο
χρωμόσωμα
βλάβη (σφάλμα, ατέλεια)
απολίθωμα
συγγένεια (συγγενής)
είδος (ζώου/φυτού)
εξαφάνιση (εξαφανίζομαι)
διακρίνω (ξεχωρίζω)
μικροβιολογία
βοτανική (βότανο)
ζωολογία (ζωολόγος)
ανθρωπολογία (ανθρωπολόγος)
γενετική ανθρώπου
κλάδος (τομέας)
φάσμα (γκάμα, εύρος)
εφαρμογή (εφαρμόζομαι)

πολυάριθμος
βελτίωση (βελτιώνω)
κτηνοτροφία (κτήνος, ζώο)
βιολογική (οικολογική) καλλιέργεια
διαταράσσω (διαταραχή)
(μη) παθογόνος (παθολογία)
δείκτης (ένδειξη)
καθαρότητα (≠ καθαριότητα)
ιατρική (ιατρός, γιατρός)
διάγνωση (διαγιγνώσκω)
καρκίνος (καρκίνωμα, μελάνωμα)
διαχείριση (διαχειρίζομαι)
βιολογικός καθαρισμός (υδάτων)
αναδάσωση (αποδάσωση)
σενάριο
όφελος (ωφέλιμος)
εξερευνώ (εξερεύνηση)
κατανοώ (καταλαβαίνω)
υγιεινή (υγεία, υγιής)
παρασκευάζω (παράγω)
συνθέτω (σύνθεση)
διαιτολόγιο (δίαιτα, διαιτολόγος)
καλλυντικά (μακιγιάζ)
φαρμακευτική (φαρμακευτικός)
(τεχνητή) (εξωσωματική) γονιμοποίηση
αποκτώ (απόκτηση)
προγενετική διάγνωση
εξασφαλίζω (διασφαλίζω)
AIDS (HIV)
μόλυνση (μολύνω)
πετρελαιοκηλίδα (διαρροή)
διατήρηση (διατηρώ)
(είδος) υπό εξαφάνιση
εναλλακτικός
βιομάζα

Χρήσιμες λέξεις για την κατανόηση του βίντεο (μαζί με άλλες ομόρριζες και συναφείς λέξεις)

βιοχημεία
πρωτίστως (πρώτα, κυρίως)
δευτερευόντως (δευτερεύων)
στενό (δρόμος, πάροδος, σοκάκι)
μετανάστης (μεταναστεύω)
αγκαλιά (αγκαλιάζω)
ποικίλλω (ποικιλία)
παρτενέρ
ντάμα
καβαλιέρος
μιλόνγκα
τάντα
κουρτίνα
τετράδα
ορχήστρα
συγχορευτής (παρτενέρ)
αναζητώ (ψάχνω)
(θετικό) νεύμα (γνέφω)
καμπεσέο
είθισται
για λόγους ευγενείας
υποκείμενο (αντικείμενο)
διεργασία (διαδικασία)
μοριακός (μόριο)
It takes two to tango
εξαιρώ (εξαίρεση, αφαιρώ)
ηχητικό κύμα (ήχος)
μεταδίδω (μετάδοση)
συστέλλομαι (συστολή)
διαστέλλομαι (διαστολή)
ορμονικός (ορμόνη)
πλεονέκτημα (όφελος)
ακοή (ακούω, άκουσμα)
τριχωτά κύτταρα
εξειδευμένος (εξειδικεύομαι)
νευρώνας (νεύρο)
κοχλίας (αυτιού)
έσω ους (ωτός) (εσωτερικό αυτί)
στερεοκροσσοί (κροσσός)
εξαγωνικός (εξάγωνο)
δέσμη
τριχοειδής
προεκβολή
σύνδεσμος (αιχμής)
δίαυλος (ιόντων)
διαμεμβρανικός (μεμβράνη)

σωλήνας (σωλήνα)
διέλευση (πέρασμα)
και το αντίστροφο
δυναμικό
(νευρική) ώση
θεμελιώδης (βασικός)
κατάσταση ηρεμίας
ερέθισμα
πλην (μείον, συν)
μιλιβόλτ (βολτ, μινιβάτ)
εκπόλωση (πόλωση, πόλος)
μιλισεκόντ (μsec)
επαναπόλωση
κύμα
(νευρική) σύναψη
«περιφερειακό»/περιφερικό νευρικό σύστημα (ΠΝΣ)
κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ)
κάμψη (κάμπτομαι)
κάλιο (Κ)
ασβέστιο (Ca)
επεξεργάζομαι (επεξεργασία)
δεδομένα (πληροφορίες)
έστω ότι …
μυς (μυώνας, πλ. μύες/μυς)
(μυϊκή) δέσμη
(μυϊκή) ίνα
μυοϊνίδιο
σαρκομερές (σάρκα)
μυοστοιχείο
ακτίνη
μυοσίνη
αλληλεπιδρών (αλληλεπιδρώ)
νημάτιο (νήμα)
παχύς (παχέος/παχέα)
συστολή (συστέλλομαι)
ολισθαίνω (γλιστράω, ολίσθηση)
κατά μήκος
σύμπλοκο
ακτομυοσίνη
διαστολή (διαστέλλομαι)
κατάσταση ανάπαυσης
επαναφέρομαι
μαγνήσιο (Mg)
ΑΤP (τριφωσφορική αδενοσίνη)
«ενεργειακό νόμισμα»

συμπλεγμένος (συμπλέκομαι)
φωσφορική ομάδα
σαρκόπλεγμα
αντίστοιχο (αντίστοιχος)
κυτταρόπλασμα
απελευθερώνω (εκλύω)
(βαριά) μερομυοσίνη
υδρολύω (υδρόλυση)
(επανα)δεσμεύω
αλληλεπάλληλος (διαδοχικός)
συνεχόμενος (συνεχής)
απολαυστικός (ευχάριστος)
χαμηλός σε ένταση
διέγερση (διεγείρω, ερέθισμα)
ενεργοποίηση (ενεργοποιώ)
φαγούρα (κνησμός, «με τρώει»)
C-tactiles
αισθητός (ανεπαίσθητος)
τριχωτός (τρίχα)
παλαμικός (παλάμη)
ωκυτοκίνη
αμινοξύ/-έα
υπεροπτικός πυρήνας (SON)
παρακοιλιακός πυρήνας (PVN)
υποθάλαμος
(οπίσθια) υπόφυση
τοκετός (γέννα)
θηλάζω (θηλασμός, βυζαίνω)
μασάζ
χειραψία
διαλειμματικά (διάλειμμα)
έκκριση (εκκρίνω, εκλύω)
επιδρώ (επίδραση)
καταπολέμηση (καταπολεμώ)
άγχος (αγχώδης)
απόκριση (αποκρίνομαι, αντιδρώ)
συντελεί (συμβάλλει)
μεταβολισμός (μεταβολικός)
παχυσαρκία (παχύσαρκος)
εμπλέκομαι (εμπλοκή)
δεσμός (ένωση)
νοηματικός (νοερός)
νεογνό (νεογέννητο)
πανάκεια
La Cumparsita
διασκευή