Αρχαιολογία

Χρήσιμες λέξεις για την κατανόηση του βίντεο (μαζί με άλλες ομόρριζες και συναφείς λέξεις)

υπέρβαρος
παχύσαρκος (παχυσαρκία)
ενήλικας/ενήλικος
υγειονομικός
προέκταση
συσσώρευση (συσσωρεύω)
σωματικός (σώμα)
λίπος (λιπαρός, λιπώδης)
εισάγω (εισαγωγή)
τροφή (φαγητό, τρέφομαι)
καταναλώνω (κατανάλωση)
πλεόνασμα (περίσσευμα)
αποθηκεύω (αποθήκευση)
δείκτης μάζας σώματος (BMI)
ανεπτυγμένος (αναπτύσσομαι)

παράγοντας
συνδυαστικά (συνδυασμός)
διατροφικός (διατροφή)
σύσταση (συστήνω/συνιστώ)
γυμνάζομαι (κάνω άσκηση)
άθλημα (αθλούμαι)
οθόνη
εκτός εργασίας
ασφάλεια (ασφαλής)
γειτονιά (γείτονας, γειτονικός)
πεζοδρόμιο (πεζός)
άθληση (αθλούμαι, αθλητής)
προσχολικός
φυσιολογικός (φυσικός, νορμάλ)

συνδέομαι (σύνδεση)
καρδιακός (καρδιά/καρδία)
μεταβολικός (μεταβολισμός)
διαταραχή (διαταράσσομαι)
χρόνιος (οξύς)
νόσημα (νοσώ)
ψυχική υγεία
αντίκτυπος
ετήσιος (έτος, χρόνος)
δαπάνη/-ες (έξοδα, ξοδεύω)
οφείλεται (οφείλω)
σχεδιασμένος (σχεδιάζω, σχέδιο)
παρέμβαση (παρεμβαίνω)
ενδυνάμωση (ενδυναμώνω)

Χρήσιμες λέξεις για την κατανόηση του βίντεο (μαζί με άλλες ομόρριζες και συναφείς λέξεις)

εκτελώ (εκτέλεση)
διεργασία
ακούσιος / εκούσιος
αναπνέω (αναπνοή, ανασαίνω)
κύτταρο (κυτταρικός, κυτταρίτιδα)
περιήγηση (γύρος, ξενάγηση)
κατασκευή (κατασκευάζω)
ψυχαγωγικός (ψυχαγωγία)
κυκλοφορικό σύστημα
φλέβα ((αιμοφόρο) αγγείο)
αρτηρία ((αιμοφόρο) αγγείο)
αιματώνομαι (αιμάτωση)
οξυγονώνομαι (οξυγόνωση)
οξυγόνο
άζωτο
μυς (μυϊκός, μυώδης)
μασητήριοι μύες
μασάω
οστό (=κόκαλο)
κεφαλή (=κεφάλι)
κρανίο
εγκέφαλος (μυαλό)
ημισφαίριο
συνδυαστικά (συνδυασμός)
χείλη (χείλια)
(άνω/κάτω) γνάθος (σαγόνι)
στοματική κοιλότητα
αίσθηση (αισθάνομαι)
μυρίζω (μυρωδιά, όσφρηση)
γεύομαι (γεύση)
κεντρικό νευρικό σύστημα
νωτιαίος μυελός
περιφερικό νευρικό σύστημα
νεύρο (νευρώνας)
απόληξη
αντιλαμβάνομαι (αντίληψη)
προσωπείο (πρόσωπο)
ακουστικό νεύρο
ταλάντωση (δώνηση)

λαβύρινθος (δαίδαλος)
ακουστική σάλπιγγα
αφή (άπτομαι, πιάνω, ακουμπάω)
οστικός (οστό/οστούν, κόκαλο)
υπερώα (=ουρανίσκος)
οροφή (ταβάνι)
φρονιμίτης (σωφρονιστήρας)
διάσπαση (διασπώ)
σάλιο (σίελος)
μαλακώνω (μαλακός)
οισοφάγος
ξινός (όξινος, οξύ, ξινίλα)
αλμυρός (αλμύρα)
πικρός (πίκρα)
ρινική κοιλότητα (ρις/ρίνα, μύτη)
φάρυγγας
επιγλωττίδα
εισπνέω (εκπνέω)
διοξείδιο του άνθρακα
πνευμόνια/πνεύμονες
θώρακας (θωρακίζω)
βρογχικό δέντρο (βρόγχος)
αδιάκοπος (διακεκομμένος)
γροθιά
κοιλιακή χώρα (κοιλιά/κοιλία)
συκώτι (ήπαρ)
πάγκρεας
χοληδόχος κύστη
νεφρό (νεφρικός)
(λεπτό/παχύ) έντερο
σκωληκοειδής απόφυση
πέψη (χωνεύω, χώνεψη)
διάλυση (διαλύω)
απορροφώμαι (απορρόφηση)
συστατικά (στοιχεία)
οργανισμός
αποθηκεύω (αποθήκευση)
γλυκόζη
άμυλο (αμυλούχος)

ροή αίματος (ρέω, κυλώ)
κόπρανα (αφοδεύω, ούρα, ουρώ)
σωλήνας (σωλήνα)
αποβάλλω (αποβολή)
ρυθμίζω (ρύθμιση)
δηλητηριώδης (δηλητήριο)
γένους θηλυκού (αρσενικού)
έμβρυο
αμνιακός σάκος
αμνιακό υγρό
ενυδατώνομαι (ενυδάτωση)
ομφάλιος λώρος
ομφαλός (=αφαλός)
τρέφομαι (τροφή, τροφοδοτώ)
λεκάνη (γοφός, ισχίο)
γεννητικά όργανα
ωοθήκη
σάλπιγγα
μήτρα
σπερματοζωάριο (σπέρμα)
ωάριο
αναπαραγωγή (αναπαράγομαι)
πρωκτός (ορθό(ν))
ανδρικό μόριο
πέος
βάλανος
όρχις/-εις
σπερματικός πόρος
προστάτης
ουροδόχος κύστη
σπερματικό υγρό
ανακατεύομαι
εξωθώ (εξώθηση)
ουρήθρα
αναπαριστώ (αναπαράσταση)
έγκυος (εγκυμοσύνη)
Nouvelle
Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης