Αρχαία αθλητικά
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στην αρχαία Ελλάδα
Προστέθηκαν υπότιτλοι με λεξιλόγιο σε βίντεο του Χρήστου Παναγιώτου
τελείται (τέλεση)
Ολυμπία
προς τιμή
Δίας / Ζευς
αφετηρία (έναρξη, ξεκίνημα)
καταργώ (κατάργηση)
Θεοδόσιος Α΄
Ολυμπιάδα
πόλη-κράτος
αποικία (αποικίζω)
αγώνισμα (άθλημα)
εισαγωγή (εισάγω)
στάδιος (δρόμος)
δίαυλος
δόλιχος
πένταθλο(ν)
πάλη
πυγμή (πυγμαχία, μποξ)
παγκράτιο(ν)
οπλίτης δρόμου
αρμόδιος (υπεύθυνος)
διεξαγωγή (διεξάγω)
Ελλανοδίκες
επικρατώ (κυριαρχώ, ισχύω)
εκεχειρία (κατάπαυση του πυρός)
εχθροπραξία (διένεξη, μάχη)
κύρος
προσθήκη (προσθέτω, πρόσθεση)
επιβλέπω (επίβλεψη, επιτηρώ)
ιππικοί αγώνες
απονομή (απονέμω)
δικαιοδοσία
επιβάλλω (επιβολή)
ποινή(τιμωρία, ποινικός)
αποκλείω (αποκλεισμός)
(γίνομαι) σεβαστός (σέβομαι)
αμετάκλητος (οριστικός)
Βουλή (βουλευτής)
τιμωρώ (τιμωρία)
λανθασμένος (εσφαλμένος)
ακυρώνω (ακύρωση, άκυρος)
Ήλις/-δα
αγγελιαφόρος / αγγελιοφόρος
σπονδοφόρος
αναγγέλλω (κηρύσσω, αναγγελία)
έναρξη (αρχή)
στεφανώνω (στεφάνι)
κλαδί (κλαρί, κλάδος)
αγριελιά (ελιά/ελαία, έλαιο)
διακόπτω (διακοπή)
ουδέτερος
απαραβίαστος (παραβιάζω)
οπλισμένος (όπλο, οπλίζω)
οφείλω (υποχρειώνομαι, πρέπει)
οπλισμός (όπλο, οπλίζω)
εκτέλεση (εκτελώ)
θανατική ποινή (ποινή θανάτου)
αποδεικνύω (απόδειξη)
ασκούμαι (αθλούμαι, γυμνάζομαι)
πνευματικός (πνεύμα)
προέλευση (προέρχομαι)
καταγράφω (καταγραφή)
υποψήφιος (υποψηφιότητα)
τελετή (τελετουργία)
γράφομαι (εγγράφομαι, εγγραφή)
όρκος (δίνω, ορκίζομαι)
Βουλευτήριο
πράττω(πράξη, κάνω)
παράπτωμα
κριτής (κρίνω, κρίση)
αντικειμενικός (αμερόληπτος)
κρίση (κρίνω, κριτής)
νικητής(νικώ, νίκη)
δηλώνω (δήλωση)
αναρτώ (ανάρτηση)
λεύκωμα (άλμπουμ)
θυσία (θυσιάζω)
θεωρία (αντιπροσωπεία)
σούρουπο (ημίφως, δύση)
περιπλανιέμαι (περιπλάνηση)
Άλτις
θαυμάζω (θαυμασμός)
ιερό (ναός, ιερός)
θησαυρός
απαγγέλλω (απαγγελία)
εμπνέω (έμπνευση)
«ευ αγωνίζεσθαι»
κατάμεστος (γεμάτος)
(δίνω το) έναυσμα
διεξάγομαι (διεξαγωγή)
θεαματικός (θέαμα)
αρματοδρομία (άρμα)
ιππόδρομος (ίππος, άλογο)
ιπποδρομία (ιππόδρομος)
ιπποδρομία κελήτων (κέλης)
κάλπη (καλπάζω)
ιπποδρομία φοράδων
ιπποδρομία πώλων (πουλάρι)
ιππεύω (ίππος, ιππέας, καβαλάω)
αρματοδρομικός (αρματοδρομία)
τέθριππο
απήνη
τέθριππο πώλων
συνωρίδα πώλων
δόξα(ένδοξος)
ιδιοκτήτης (ιδιοκτησία)
άρμα
ηνίοχος (ηνία, χαλινάρια, γκέμια)
βραβεύω (βραβείο)
μάλλινος (μαλλί)
σύνθετος (περίπλοκος, σύνθεση)
αγωνίζομαι (μάχομαι, αγώνας)
πάλη(παλαιστής)
δρόμος (τρέχω, δρομέας)
άλμα(πηδάω, αλματώδης)
δίσκος (δισκοβόλος)
ακόντιο
ιεροτελεστία (τελετουργία)
Πελόπιο
οργανωτής (οργανώνω)
Πέλοψ/-πας
κατ’ εξοχήν
Δίας / Ζευς
βόδι / βους
Εκατόμβη
ίππιος (δρόμος)
δόρυ
ασπίδα (προασπίζομαι)
κράνος
νικητήριος (νίκη, νικώ)
φοίνικας (φοινικιά)
συγκεντρώνομαι (μαζεύομαι)
Ναός του Δία
εκφωνώ (εκφώνηση)
κήρυκας (κηρύττω/κηρύσσω)
κότινος (στεφάνι, αγριελιά)
πρεσβύτερος (γηραιότερος)
Ηλείοι (Ηλίς/-δα)
παραθέτω (προσφέρω)
Πρυτανείο(ν) (πρύτανις/-ης)
κοιλάδα
αντηχώ
ύμνος
παιάνας
λήγω (λήξη, τελειώνω)
